Category: Μουσικά


Η μέρα που έφυγε ο Cliff Burton

Παρασκευή, αρχές Οκτωβρίου του ’86, μόλις έχει τελειώσει η σχολική εβδομάδα. Καθώς οι παρέες ενώνονται και κατηφορίζουν σ΄ένα φαρδύ παράδρομο προς το κέντρο της πόλης, πέφτω πάνω στους κολλητούς το Ντίνο και το Σώτο, απ΄το διπλανό Λύκειο.
Με τη μία καταλαβαίνω ότι κάτι τρέχει.
Ο Σώτος κοιτάει τις μπότες του και δαγκώνει σκυφτός ένα Μάρλμπορο.
Το στόμα του έχει κρεμάσει προς τα κάτω, σε μια γκριμάτσα που έχω δει μόνο σε κάτι παραιτημένους γεροντάρες σε συνοικιακά καφενεία.

«Άσε ρε μ@λ@#α, σκοτώθηκε ο Κλιφ Μπάρτον, ρε μ@λ@#α . γ@μ&$έ τα να’ ουμ’.». Λιτός και περιεκτικός.
Τα πώς, τα γιατί και τα δηλαδή λύθηκαν γρήγορα.
Το λεωφορείο που μετέφερε τους Μetallica στην περιοδεία τους στη Σουηδία, ντελαπάρισε και  ο Cliff Burton κοιμόταν στη λάθος πλευρά. ΣΟΚ!
Ο Σωτήρης δε μιλιόταν. Το γκρουπ που είχε βγάλει τον καλύτερο μέταλ δίσκο της χρονιάς δεν υπήρχε πια.
Μόλις πριν καμιά δεκαριά μέρες μου είχε βάλει ν΄ακούσω όλη την πρώτη πλευρά του «
Master Of Puppets» και αυτός ο ήχος που έβγαινε από τα ηχεία ήτανε συνταρακτικός.
Τα δύο επόμενα χρόνια – τόσο κράτησε η παθιασμένη σχέση μου με το γκρουπ – αντίκριζα με δέος τις φωτογραφίες του Μπάρτον σε εξώφυλλα, εσώφυλλα, αφιερώματα, αφίσες.
Έμοιαζε τόσο πιο μεγάλος από τους άλλους τρεις, πιο συνειδητοποιημένος.
Με το αραιό μουστάκι του, ντυμένος στα τζην πάνω-κάτω, με καμπάνες και μαλλί σέβεντυς μέχρι τη μέση, γάντι με κομμένα δάχτυλα και μπλούζες Samhain και Blue Oyster Cult.
Με τον δικό του αέρα είχαν φτάσει από το αντεργκράουντ στις πολυεθνικές. Με το δικό του ήχο, στις εισαγωγές («Battery», «Ride The Lightning»), ή στο ρυθμικό σκελετό («Master Of Puppets») έδενε κάθε κομμάτι και το έκανε να ακούγεται πειστικό. Άλλοτε σκληρό («Damage Inc.»), ή δυσοίωνα επικό («For Whom The Bell Tolls»), απόκοσμο («The Thing That Should Not Be»), σχιζοφρενικό («Welcome Home [Sanitarium]) ή σκοτοδίνειο («Fade To Black»).
Θυμάμαι πεντακάθαρα τη μέρα που έμαθα ότι πέθανε ο Cliff Burdon. Συνεχίζω ν΄ ακούω τα τρία πρώτα άλμπουμ τους (και το «Creeping Death E.P.»), όχι μόνο τιμής ένεκεν, αλλά επειδή έχουν αυτή τη νεανική πώρωση «μόνοι μας και όλοι τους», που την αντιλαμβάνεσαι και την αποκωδικοποιείς μόνο σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής σου και σχεδόν ποτέ αργότερα. Όσοι έχουν τους δίσκους αυτούς ή έχουν δει τις φωτογραφίες για τις οποίες μιλάω, ξέρουν τί εννοώ.
Ο εκφραστής αυτής της αίσθησης, μουσικά και αισθητικά ήταν και θα είναι ο
Cliff Burton. Και από μια ακατανόητη αδικία της μοίρας σκοτώθηκε σαν σήμερα, 27.9.1986. Κανείς δεν ξέρει πού θα είχαν κατευθυνθεί οι Metallica αν ζούσε. Κανείς δεν μπορεί να στοιχηματίσει πού θα είχε βρεθεί το μέταλλο αν δεν έφευγε έτσι πρόωρα.

Υ.Γ. 1: Το πόσο λίγοι σε προσωπικότητα αποδείχθηκαν οι Μetallica και το πόσο λοξοδρόμησαν αφ΄ότου έχασαν τον «μεγάλο τους αδελφό» (έτσι τον έλεγαν οι ίδιοι) Κλιφ Μπάρτον, φάνηκε από τις εξωμουσικές τους δραστηριότητες (και τις πρωτοβουλίες του τύπου «δίνουμε εντολή να μηνυθούν όσοι κατεβάζουν τη μουσική μας») μέσα στα χρόνια και μάλιστα πολλές φορές. Η ίδια η μουσική τους πορεία με απεξάρτησε σχετικά εύκολα. Το «.And Justice For All« του ’88 μου είχε φανεί άνοστο και ανέμπνευστο, όσο κι αν προσπάθησα να το ακούσω προσεκτικά, με το λεξικό στο χέρι.
Το «
Black Album« (δεν ντρέπομαι να πω ότι το πήρα την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του στην Αθήνα και περίμενα και από τους πρώτους στην ουρά στο «Rock City«) απέδειξε ότι είχαν πειστεί να κάνουν προκατασκευασμένα βήματα προς την ευρεία απήχηση, στην οποία τελικά παραδόθηκαν. Όλη τη τριετία ’91-’93 δεν ξέρω αν με ξενέρωνε περισσότερο το άθλιο grunge ή ότι η κάθε καρακαλτάκα λιγωνόταν με το «Nothing Else Matters«.
Όταν τους είδα το ’93 στη Νέα Σμύρνη ήταν πάρα πολύ καλοί, αλλά αυτό δεν έφτανε πια, γιατί τα πέντε συνεχόμενα χρόνια (1988-1993) χωρίς σκληροπυρηνικό ήχο, με -σκόπιμα- μέτριας ταχύτητας κομμάτια, με κραυγαλέα μεταστροφή στους στίχους (από το «
Disposable Heroes» στην πολεμοκάπηλη αμερικανιά «Don’t Tread On Me«) και με κοινό που τους αποθεώνει ενώ είναι ολοένα και πιο άσχετο και mainstream, είναι πάρα πολλά.

Υ.Γ. 2: Το ότι έχουν βγάλει μετά το ’96 μέχρι και σήμερα «καλή μέταλ μουσική» την οποία ακούω – τουριστικά – έως και σήμερα, μεγαλώνει την ένταση της απουσίας του μεγάλου Ciff Burton. Στις 27.9.86 σκοτώθηκε σε δυστύχημα η ελπίδα για το μέλλον του μέταλ. Οι ορδές κάτι Blind Guardian και κάτι Five Finger Death Punch (με όλο το σεβασμό) θα μου επιτρέψετε να νιώθω ότι με επιβεβαιώνουν.
ΠΗΓΗ

Advertisements

Rory… Ο άνθρωπος που χωρίς αμφιβολία, ηγήθηκε και επηρέασε ολόκληρο το ιρλανδικό ροκ κίνημα!Ο Rory Gallagher είναι ο άνθρωπος που χωρίς αμφιβολία, ηγήθηκε και επηρέασε ολόκληρο το ιρλανδικό ροκ κίνημα. Σχεδόν 11 χρόνια μετά τον πρόωρο θάνατό του τον Ιούνιο του 1995, η μουσική του Rory είναι όσο δημοφιλής όσο ποτέ με τους τόσους πολλούς πιστούς οπαδούς του. Αν και εκ των πρωτοπόρων της heavy-rock βιομηχανίας, παρέμεινε, όπως και ο ίδιος συνέχιζε να επαναλαμβάνει, «ένας folk καλλιτέχνης σε έναν rock κόσμο». Κατάφερε έτσι να διατηρήσει την δημοτικότητα και την ακεραιότητά του ως το τέλος της καριέρας του.

Δεν καταλάβαινε τον θόρυβο που γινόταν γύρω από το όνομά του –και σε καμία περίπτωση δεν θεωρούσε τον εαυτό του ως κάτι το άφταστο, το εξωτικό, το υπερβολικό. Το ταλέντο του ξεχείλιζε. Η μουσική του έβγαινε από την ψυχή, κάτι που πάντα μας συνάρπαζε και θα μας συναρπάζει σαν ακροατές του. Συνεσταλμένος και ταπεινός, δεν παντρεύτηκε ποτέ και δεν απέκτησε παιδιά. Αντί για κάτι τέτοιο, φαίνεται πως αφιέρωσε τη ζωή του στη μουσική.

Η μουσική του Rory ήταν η δική του πίστη, η δική του θρησκεία. Η αμεσότητα και ειλικρίνεια με την οποία την προέβαλλε, του εξασφάλισαν μια θέση στην ιστορία της ροκ και τον καθιέρωσαν σαν έναν από τους μεγαλύτερους οδηγούς πρωτοπόρους των rock και blues.

Γεννημένος στις 2 Μαρτίου 1948 στο Ballyshannon της Ιρλανδίας και μεγαλωμένος στο Cork, ξεκίνησε την οδύσσειά του στο rock’n’roll σε μικρή ηλικία, όταν είδε τον Elvis Presley στην τηλεόραση και εμπνεύστηκε έτσι την αγορά της πρώτης του κιθάρας! Ο Rory θα άκουγε και θα μάθαινε από τα ακούσματα των Lonnie Donegan, Woody Guthrie, Leadbelly, Chuck Berry, Muddy Waters και Jerry Lee Lewis, με πολλούς από τους οποίους θα είχε αργότερα και κοινή ηχογράφηση.

Όντας ακόμα στο σχολείο, ο Rory ξεκίνησε να παίζει με επαγγελματικά μουσικά συγκροτήματα σε όλη την Ιρλανδία, τα ρεπερτόρια των οποίων περιείχαν όλα τα δημοφιλή άσματα της εποχής. Όχι μουσικά ικανοποιημένος από κάτι τέτοιο, ο Rory μετασχημάτισε το τελικό του συγκρότημα “The Impact” σε μια εξαμελή R’n’B ομάδα και ξεκίνησε για το Αμβούργο στα μέσα των ‘1960s. Στην άφιξή της, η ομάδα σύντομα μειώθηκε στο πρώτο τρίο. Ο Rory συνέχισε με τη δημιουργία των “Taste” το 1967, ένα συγκρότημα που σύντομα είχε αποδοχή, και διαδοχικά ταξίδεψε στο Λονδίνο όπου είχε άμεση επιτυχία στο London Marquee Club –ανάμεσα στους πολλούς fans και ο John Lennon.

Rory Gallagher
Ο Gallagher άφηνε συχνά κατάπληκτο το κοινό αλλάζοντας ταχύτατα από κιθάρα σε σαξόφωνο, όπως αργότερα θα δείξει την ίδια επιδεξιότητα με το μαντολίνο και τη φυσαρμόνικα. Υπογράφοντας στην Polydor, οι Taste, αποτελούμενοι από τους Gallagher, μαζί με τον Richard McCracken με το περίπλοκο παίξιμο του μπάσου του και τον John Wilson me τα jazz απόχρωσης ντραμς του, ηχογράφησαν το επώνυμο ντεμπούτο τους το 1969 το οποίο περιλάμβανε αγαπημένα και ζωντανά ηχογραφημένα κομμάτια (όπως το “Same old Story”). Όπως το άλμπουμ “Taste” όπως και το ακόλουθο “On the boards” (1970), έγιναν δεκτά με ικανοποίηση από το κοινό. Όμως, παρά την αμερικανική περιοδεία τους μαζί με τους Blind Faith και τους Delaney and Bonnie, όσο και την εμφάνιση σαν support group των Cream στην αποχαιρετιστήρια συναυλία τους στο Royal Albert Hall, οι Taste αντιμετώπιζαν τόσο οικονομικά όσο και διαχειριστικά προβλήματα, με αποτέλεσμα τη διάλυσή τους στις αρχές του 1971. Άφησαν πίσω τους το άλμπουμ “Live Taste”, το οποίο περιλάμβανε την εμφάνισή τους στο Φεστιβάλ του Isle of Wight, στο οποίο εντυπωσίασαν μένοντας ανεπηρέαστοι από το γεγονός ότι ο εξοπλισμός τους είχε μόλις κλαπεί.

Rory Gallagher
Ο McCracken και ο Wilson αποχώρησαν για να δημιουργήσουν τους Stud. Αποτελώντας την κύρια ατραξιόν των Taste, ο Gallagher δεν θα αντιμετώπιζε ιδιαίτερες δυσκολίες στο να ξεκινήσει μια σόλο καριέρα. Από το πρώτο του άλμπουμ το 1971 μέχρι το πετυχημένο “Fresh Evidence” των 1990’s και παραπέρα, πούλησε πολλά εκατομμύρια δίσκους σε όλο τον κόσμο και έκανε περιοδείες ανά τον πλανήτη αρκετές φορές, πραγματοποιώντας περισσότερες από 25 περιοδείες στην Αγγλία μόνος. Λατρεύτηκε περισσότερο για τις ζωντανές εμφανίσεις του με τον μπασίστα Gerry McAvoy, σε όλη τη διάρκεια της καριέρας του.

Συνήθιζε να ενθουσιάζει το κοινό με 150λεπτες εμφανίσεις, παρουσιάζοντας συγκινητικά αποσπάσματα από παλιά blues κομμάτια μα και από δικές του δημιουργίες, όπως τα “A Million Miles Away” και “Walk on Hot Coals”. Αποφεύγοντας τις πυροτεχνικές υπερβολές με την κιθάρα, η προσέγγιση του Rory ήταν μια ανάσα φρέσκου αέρα συνδυασμένη με μια μακρά απόλαυση ενεργειών, όπως έκαναν οι Led Zeppelin.

Πρωταγωνίστρια σε όλες τις εμφανίσεις του, η τόσο ταλαιπωρημένη κιθάρα του, η μοναδική Fender Stratocaster.. Όλοι μιλούσαν για τις γυμναστικές επιδείξεις των δακτύλων του στα τάστα της, σε κάθε συναυλία!

Rory Gallagher
Ακολουθώντας εκτεταμένες περιοδείες στην Ευρώπη σε όλη τη διάρκεια του 1972, ο Rory συνέχισε με το άλμπουμ “Live in Europe”, ένα θρίαμβο στο βρετανικό Top 10 και παγκοσμίως. Ενώ περιόδευε στην Αγγλία για πρώτη φορά ψηφίστηκε σαν ο μεγαλύτερος μουσικός της χρονιάς και στο 1972 το ίδιο άλμπουμ έγινε η πρώτη του χρυσή συλλογή, δεύτερη σε σειρά επιτυχίας στην Αμερική.

Το 1973 ο Rory παρουσίασε δυο ακόμη επιτυχημένες συλλογές, το “Bluepoint” και “Tatoo”. Αργότερα τον ίδιο χρόνο σημείωσε άλλη μια προσωπική επιτυχία σαν φιλοξενούμενος του δίσκου του Muddy Waters “London Sessions” στο Chess. Στα τέλη του ’73, ο Rory περιόδευσε στον δικό του τόπο, την Ιρλανδία -μια σχεδόν θρυλική περιοδεία που ευτυχώς έγινε ταινία μέσω αρχείων-ντοκουμέντων του Tony Palmer.

Το 1974 oi Rolling Stones κάλεσαν τον Rory στην Ολλανδία για μια κοινή ηχογράφηση, μετά την αποχώρηση του Mick Taylor. Τα αρχεία της ταινίας “Irish Tour 1974” παρουσιάστηκαν παράλληλα με ένα διπλό live set με τον ίδιο τίτλο -σύντομα έγινε το πιο επιτυχημένο προσωπικό του άλμπουμ στην Αγγλία, καρδίζοντας παγκόσμιο έπαινο και προτρέποντας για μια περιοδεία στην Ανατολή, αργότερα, τον ίδιο χρόνο.

Επιστρέφοντας, ο Rory καλέστηκε να παίξει σε ένα άλμπουμ ενός ακόμη παιδικού του ήρωα, του Jerry Lee Lewis (ένα διπλό άλμπουμ ηχογραφημένο στο Λονδίνο), έπειτα στο φεστιβάλ Montreux Jazz ηχογραφώντας με τον Albert King (“Live in Montreux”) καθώς και σε ηχογράφηση μαζί με τον γίγαντα των jazz/blues Chris Barber.

Έχοντας συμπληρώσει το συμβόλαιό του με την Polydor, ο Rory υπέγραψε με την Chrysalis το 1975 και παρουσίασε το “Against the grain”. Μετά από μια εκτεταμένη παγκόσμια περιοδεία, επέστρεψε για να ξεκινήσει επίσημα, το καθιερωμένο τότε στην Αγγλία, Reading Festival.

Ηχογραφήθηκε το “Calling Card”, με τη βοήθεια του Roger Glover των Deep Purple σε στούντιο του Μονάχου και οδηγήθηκε κατευθείαν στην κορυφή των charts παγκοσμίως. Έπειτα ο Rory επέστρεψε στην Αμερική για άλλη μια περιοδεία.

Ο Rory έγραψε ιστορία στην τηλεόραση σαν ο πρώτος καλλιτέχνης που εμφανίστηκε στο “Rockpalast”, live μετάδοση σε 15 χώρες, με κοινό γύρω στα 50 εκατομμύρια! Το 1978 επέστρεψε στη Γερμανία για να ηχογραφήσει το εξαιρετικό “Photo-Finish”. Συνεχίζοντας την παγκόσμια tour, επανήλθε στα ίδια studios για να ηχογραφήσει με την ίδια φόρμουλα επιτυχίας το “Top Priority”. Ο δίσκος παρουσιάστηκε, ακολούθησε μεγάλο πρόγραμμα περιοδείας και πάλι, έως το 1980 με το δίσκο-live με πιο rock προσανατολισμούς, “Stage Struck”. Οι εσωτερικές αλλαγές στο σχήμα συνεχίστηκαν με την προσθήκη του Ted McKenna στα ντραμς, ενώ ο McAvoy αποχώρησε οριστικά το 1980.

Το εισιτήριο από τη συναυλία του
Το εισιτήριο από τη συναυλία του ’81

Το Σάββατο 12 Σεπτέμβρη 1981 ο Rory ήρθε στην Ελλάδα και παρουσίασε τη συναυλία του στη Ν.Φιλαδέλφεια. Την επόμενη ημέρα, οι εφημερίδες στα περίπτερα έγραφαν «Κάηκε η Ν.Φιλαδέλφεια από τους ροκάδες», «Συγκρούσεις με δυνάμεις των ματ, κάψιμο περιπολικών, ρίψη δακρυγόνων, κυνηγητό γύρω από το σταθμό του ηλεκτρικού στον Περισσό». Τα νέα της συναυλίας του κυκλοφόρησαν από στόμα σε στόμα παντού. Γι άλλη μια φορά ήταν ο μόνος καλλιτέχνης που η μουσική του συσπείρωνε και ήταν σεβαστός από όλους τους νέους –ανεξαρτήτως «φυλής» που ανήκαν.

Το 1982 ο Rory παρουσίασε το τελευταίο του άλμπουμ επί Chrysalis, το “Jinx”, από την Polygram στην Αγγλία κι επέστρεψε στο μέρος που τον έκανε χαρούμενο (τη σκηνή), καθώς και σε άλλη μία παγκόσμια περιοδεία.

Rory Gallagher
Μετά την επιστροφή εκείνου του πραγματικά ατέλειωτου καταλόγου περιοδειών, το 1995, ο Rory δημιούργησε τη δική του επιγραφή και εταιρεία παραγωγής, την Capo, και ξεκίνησε να ηχογραφεί το “Defender” που παρουσιάστηκε το 1987 με επιτυχία σε πολλές χώρες. Το “Fresh Evidence” το 1990 άνοιξε τα αυτιά σε ακόμη μεγαλύτερο κοινό, όταν μαζί με τον Mark Feltham των Nine Below Zero και τη φυσαρμόνικά του, παρουσίασε ένα αναζωογονητικό blues προσανατολισμό, ο οποίος είχε αφήσει τη θέση του σε πιο rock ήχους στα προηγούμενα άλμπουμ.

Rory Gallagher
Η πορεία των περιοδειών συνέχισε με ένα νέο συγκρότημα που δημιούργησε το 1993. Στις αρχές του ίδιου χρόνου, τα πρώτα σημάδια της επιρροής του αλκοόλ στην υγεία του φάνηκαν, κατά τη διάρκεια μιας ζωντανής εμφάνισης στο London’s Town Country Club. Ενοχλητικοί οπαδοί του τον ανάγκασαν να συντομεύσει την εμφάνισή του, διακηρύσσοντας ότι δεν θα ξαναεμφανιζόταν στο Λονδίνο ποτέ ξανά.. Τα λόγια του θα αποδεικνύονταν προφητικά.. Παρ’όλ’αυτά, ανέκτησε τη γαλήνη του για το έτσι κι αλλιώς εκπληκτικό Portsmouth Blues Weekend την ίδια χρόνιά. Τα Χριστούγεννα του 1994 τα σχέδιά του για περιοδείες έπρεπε να ματαιωθούν. Χτυπημένος από πνευμονικό οίδημα ύστερα από μεταμόσχευση ήπατος, ο Rory πέθανε στις 14 Ιουνίου 1995, σε ηλικία μόλις 47 ετών. Ακολουθώντας την παράδοση των blues, είχε παραδώσει τον επιτάφιό του 20 χρόνια νωρίτερα, στο άλμπουμ “Irish tour”, όταν τραγούδησε το “Too much Alcohol”.. Φέτος στο Δουβλίνο τα εγκαίνια αφιερωμένου μνημείου αποκάλυψαν μια κιθάρα, στερεωμένη ψηλά, σε κεντρική πλατεία της πόλης..

 Από το 1996, το συγκρότημα των Sinnerboy είναι η πρώτη επιλογή του αδερφού του Rory, Donal Gallagher, ως η μακροβιότερη και η καλύτερη “Rory Gallagher Tribute band”. Όπως είπε και ο Donal Gallagher τότε, «η απόδειξη ότι η μουσική του αδελφού μου ζει». Πρόσφατα οι Sinnerboy εμφανίστηκαν στη Θεσσαλονίκη κι ελπίζουμε να τους δούμε σύντομα και στην Αθήνα.Το 2000 κυκλοφόρησε το διπλό cd-συλλογή “Rory Gallagher Forever” που προοριζόταν για την εγχώρια αγορά και τους πολυάριθμους Έλληνες θαυμαστές και φίλους του σπουδαίου κιθαρίστα. Το 2003, μια καθυστερημένη επανεμφάνιση της μουσικής κληρονομιάς του Rory, εμφανίζεται ως “Rory Gallagher: Wheels Within Wheels”. Μια acoustic folk σύνθεση, που όχι μόνο ενισχύει την πλούσια μουσική συνεισφορά του Rory αλλά την κάνει ακόμη μεγαλύτερη.

ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΠΙΟ ΓΝΩΣΤΑ ΤΟΥ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

ΠΗΓΗ

Θλίψη σε όλη την Ελλάδα
Πέθανε ο Δημήτρης Μητροπάνος

Συκλονίζει η είδηση του θανάτου του Δημήτρη Μητροπάνου, ο οποίος νοσηλευόταν στο ιδιωτικό θεραπευτήριο «Υγεία».

Ο μεγάλος τραγουδιστής έφυγε ξαφνικά από τη ζωή το πρωί της Τρίτης.

Σύμφωνα με τις πρώτες πληροφορίες, ο Μητροπάνος υπέστη ανακοπή καρδιάς και έχασε τη μάχη για τη ζωή σε ηλικία 64 ετών.

Ο Δημήτρης Μητροπάνος γεννήθηκε στην Αγία Mονή, μια συνοικία έξω από τα Τρίκαλα -από την οποία καταγόταν η μητέρα του- στις 2 Απριλίου του 1948. Μεγάλωσε χωρίς τον πατέρα του, τον οποίο γνώρισε στα 29 του χρόνια. Μέχρι τα 16 του νόμιζε πως είχε σκοτωθεί στον ανταρτοπόλεμο, όταν ήρθε ένα γράμμα το οποίο έλεγε πως ζει στην Ρουμανία. Ο πατέρας του καταγόταν από ένα χωριό της Καρδίτσας, το Καππά.

Από μικρός δούλευε τα καλοκαίρια για να βοηθήσει τα οικονομικά της οικογένειας του. Πρώτα σαν σερβιτόρος στην ταβέρνα του θείου του ύστερα στις κορδέλες κοπής ξύλων. Μετά την τρίτη Γυμνασίου, το 1964, κατεβαίνει στην Αθήνα να ζήσει με τον θείο του στην οδό Aχαρνών. Προτού τελειώσει το γυμνάσιο άρχισε να δουλεύει σαν τραγουδιστής.

Στην ίδια ηλικία, έπειτα από παρότρυνση του Γρηγόρη Μπιθικώτση, τον οποίο γνώρισε σε μία συγκέντρωση της εταιρίας του θείου του, στην οποία τραγούδησε, επισκέφτηκε την Κολούμπια. Εκεί ο Τάκης Λαμπρόπουλος του γνώρισε τον Γιώργο Ζαμπέτα, δίπλα οποίο θα δουλέψει στα «Ξημερώματα». Τον Ζαμπέτα τον μνημονεύει ως μεγάλο του δάσκαλο και δεύτερο πατέρα.

Όπως έχει δηλώσει, «ο Ζαμπέτας είναι ο μόνος άνθρωπος στο τραγούδι ο οποίος με βοήθησε χωρίς να περιμένει κάτι. Με όλους τους υπόλοιπους συνεργάτες μου κάτι πήρα και κάτι έδωσα»[εκκρεμεί παραπομπή]. Το 1966 ο Μητροπάνος συναντάται για πρώτη φόρα με τον Μίκη Θεοδωράκη και ερμηνεύει μέρη από τη «Ρωμιοσύνη» και το «Άξιον Εστί» σε μια σειρά συναυλιών στην Ελλάδα και την Κύπρο.

Το 1967, ο Μητροπάνος ηχογραφεί τον πρώτο του 45άρη δίσκο, με το τραγούδι «Θεσσαλονίκη». Είχε προηγηθεί η ηχογράφηση του τραγουδιού «Χαμένη Πασχαλιά», το οποίο όμως λογοκρίθηκε από τη Χούντα και δεν κυκλοφόρησε ποτέ.

Στην πορεία που χάραξε στο δρόμο του λαϊκού έντεχνου, το 1972 είναι ένας σημαντικός σταθμός: ο συνθέτης Δήμος Μούτσης και ο ποιητής-στιχουργός Μάνος Ελευθερίου κυκλοφορούν τον «Άγιο Φεβρουάριο», με ερμηνευτές τον Μητροπάνο και την Πετρή Σαλπέα, σηματοδοτώντας ένα σταθμό στην ελληνική μουσική. Τον Ιούλιο του 1999, ο Μητροπάνος και ο Μούτσης θα ξαναβρεθούν επί σκηνής στο Ηρώδειο με την Δήμητρα Γαλάνη και την σοπράνο Τζούλια Σουγλάκου για δυο μουσικές βραδιές στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών.

Οι συναυλίες αυτές ηχογραφούνται ζωντανά και κυκλοφορούν σε διπλό CD δύο μήνες αργότερα. Ακολουθούν «Ο Δρόμος για τα Κύθηρα» του Γιώργου Κατσαρού και «Τα συναξάρια» του Γιώργου Χατζηνάσιου, έργα υψηλής ποιότητας αλλά και μεγάλης απήχησης στην ελληνική κοινωνία.

Στη μακρόχρονη πορεία του στο ελληνικό τραγούδι, ο Δημήτρης Μητροπάνος συνεργάστηκε με τους μεγαλύτερους δημιουργούς του λαϊκού αλλά και του έντεχνου τραγουδιού. Γιώργος Ζαμπέτας, Μίκης Θεοδωράκης, Δήμος Μούτσης, Απόστολος Καλδάρας, Τάκης Μουσαφίρης («Εμείς οι δυο» κ.ά.), Χρήστος Νικολόπουλος («Πάρε Αποφάσεις» σε στίχους Λευτέρη Παπαδόπουλου), Γιάννης Σπανός («Ο Μητροπάνος τραγουδάει Σπανό») ήταν οι συνθέτες με τους οποίους συνδέθηκε επαγγελματικά, χτίζοντας μια καριέρα συνυφασμένη με την ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση, μέχρι και το τέλος της δεκαετίας του ’80.

Η συμμετοχή του σε δίσκους των Λάκη Παπαδόπουλου (με το τραγούδι «Για να σ’ εκδικηθώ») και Νίκου Πορτοκάλογλου («Κλείνω κι έρχομαι») αναδεικνύουν εκείνη την εποχή την ευρεία γκάμα της ερμηνείας του και προαναγγέλλουν μια στροφή στον τρόπο ερμηνείας του, που θα οδηγήσει σε μια σειρά από δίσκους που άλλαξαν σε μεγάλο βαθμό την έννοια του καλού σύγχρονου λαϊκού τραγουδιού.

Οι συνεργασίες με το Μάριο Τόκα και το Φίλιππο Γράψα («Η εθνική μας μοναξιά» και «Παρέα με έναν ήλιο») συνδυάζουν τη λαϊκή υφή και συναίσθημα με τη πιο βαθιά έννοια στίχων και τη χρησιμοποίηση λέξεων πιο επιτηδευμένων. Παράλληλα, η απήχηση των τραγουδιών στην κοινωνία και η εμπορική επιτυχία αναδεικνύουν αυτές τις δημιουργίες ως εργαλεία αλλά και συμπτώματα της εξέλιξης της ελληνικής κοινωνίας.

Η πολύ σημαντική συνεργασία με τον Θάνο Μικρούτσικο με τον δίσκο «Στου Αιώνα την Παράγκα», σε στίχους Άλκη Αλκαίου, Κώστα Λαχά, Λίνας Νικολακοπούλου και Γιώργου Κακουλίδη, αποτελεί στροφή του ερμηνευτή σε ακόμα πιο «έντεχνες» διαδρομές, διατηρώντας και πάλι την ταυτότητα του λαϊκού.

Ο Μητροπάνος συνεχίζει στα ίδια μονοπάτια, με τραγούδια των Μικρούτσικου, Κορακάκη, Μουκίδη, Παπαδημητρίου κ.ά. στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990 και στις αρχές του 2000. Από τις τελευταίες δουλειές του Θεσσαλού αοιδού, ξεχωρίζει το «Πες μου τ’ άληθινά σου σε μουσική Στέφανου Κορκολή και στίχους Ελεάνας Βραχάλη και Νίκου Μωραΐτη, αλλά και η ζωντανή ηχογράφηση «Υπάρχει και το ζεϊμπέκικο», από το πρόγραμμα – ωδή στον εθνικό χορό της Ελλάδας μαζί με τους Θέμη Αδαμαντίδη και Δημήτρη Μπάση, καθώς επίσης και ο δίσκος «Στη Διαπασών», ο οποίος περιέχει 12 λαϊκά τραγούδια και μια μπλουζ μπαλάντα.

Από τα τραγούδια του δίσκου ξεχωρίζει το τραγούδι «Η εκδρομή» του Γιάννη Μηλιώκα, το οποίο γράφτηκε για την επιστροφή του ερμηνευτή στη δισκογραφία μετά από ένα σοβαρό πρόβλημα υγείας.

Η πιο πρόσφατη δισκογραφική δουλειά του Δημήτρη Μητροπάνου, είναι η ζωντανή ηχογράφηση της συναυλίας του στο Ηρώδειο (Σεπτέμβριος 2009), αποτελούμενη από 2 CD με τον τίτλο «Τα τραγούδια της ζωής μου».

protothema.gr

Ένας από τους σημαντικότερους δημιουργούς της σύγχρονης ευρωπαϊκής μουσικής κουλτούρας, ο Ιταλός τροβαδούρος Λούτσιο Ντάλα έφυγε ξαφνικά πριν 5 μέρες από τη ζωή, από ανακοπή της καρδιάς, στο Μοντρέ της Ελβετίας όπου μόλις το προηγούμενο απόγευμα είχε τραγουδήσει στο πλαίσιο της πανευρωπαϊκής του περιοδείας. Ουσιαστικά ο Ντάλα πέθανε πάνω στη σκηνή, στην αρχή μιας περιοδείας που ξεκίνησε στις 27 Φεβρουαρίου και ανάμεσα στους σταθμούς της βρίσκονταν το Ντίσελντορφ, το Αμβούργο, το Λουξεμβούργο, το Μόναχο και το Βερολίνο. Την Κυριακή ο συνθέτης του περίφημου Caruso θα συμπλήρωνε τα 69 του χρόνια.

«Ήταν ευτυχισμένος, ήρεμος. Δήλωνε πολύ συγκινημένος που βρισκόταν στα μέρη που είχε επισκεφθεί σε ανάλογη περιοδεία 30 χρόνια πριν» δηλώνει ο Ρομπέρτο Σέρο, φίλος του Λούτσιο Ντάλα από τη Μπολόνια, ένας από τους τελευταίους ανθρώπους που μίλησε τηλεφωνικά μαζί του.

Έκπληκτοι και συγκινημένοι οι Ιταλοί άκουσαν την είδηση του θανάτου του τροβαδούρου που χάρισε στη μουσική σκηνή της χώρας τους μερικές από τις πιο σημαντικές της στιγμές. Αυτούς ουσιαστικά τους είχε αποχαιρετήσει λίγες ημέρες πριν, στο φεστιβάλ του Σαν Ρέμο, όταν ανέβηκε στο πόντιουμ και διηύθυνε την ορχήστρα για το κομμάτι «Νani» του Ντέιβιντ Καρόνε το οποίο είχε γράψει ο ίδιος. Με το χαμόγελο του στην κάμερα ήταν σαν να έλεγε αντίο στους συμπατριώτες του αλλά και στα εκατομμύρια των θαυμαστών του σ’ όλο τον κόσμο.

Ο Λούτσιο Ντάλα γεννήθηκε στη Μπολόνια στις 4 Μαρτίου του 1943. Ναι ακριβώς η γενέθλια ημερομηνία έγινε το 1971 ένα από τα πλέον αγαπημένα τραγούδια του τροβαδούρου. Αγνοώντας τις απειλές της Καθολικής Εκκλησίας της ενορίας του ότι το πάθος του για τη μουσική μπορεί να τον οδηγήσει στην κόλαση, εκείνος τραγουδούσε με το συγκρότημα Reno Jazz Gang, μέχρι που η συμμετοχή στο φεστιβάλ Cantagiro που έκανε τον «γύρο» της Ιταλίας με παραγωγό τον Τζίνο Πάολι, το 1963 τον έκανε γνωστό στην Ιταλία, ενώ η φήμη του ξεπερνά τα ιταλικά σύνορα το 1966 με τις επιτυχίες Il Cielo, 4 Marzo 1943, Piazza Grande, Il Gigande e la Bambina, Itaca. Κοινωνικά ευαισθητοποιημένος ο Ντάλα συνεργάζεται με τον ποιητή Ρομπέρτο Ροβέρσι από το 1974 ως το 1977 στο πλαίσιο της «κοινωνικά στρατευμένης μουσικής» και ανέπτυξε καλλιτεχνική δράση που, σύμφωνα με τους κριτικούς θυμίζει εκείνη του νομπελίστα Ντάριο Φο, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του ’90 με τον δίσκο του Ciao δηλώνει την αμηχανία του εξαιτίας της ιταλικής συμμετοχής στους ΝΑΤΟϊκούς βομβαρδισμούς στη Σερβία.

Από το 1977 γράφει ο ίδιος και τους στίχους των τραγουδιών του. Συνεργάζεται με τον τραγουδοποιό Φραντσέσκο Ντε Γκρεγκόρι και ηχογραφεί το θρυλικό «Caruso», το γνωστότερο, ίσως, τραγούδι του, με το οποίο πούλησε πάνω από οκτώ εκατομμύρια δίσκους. Το 1989, ξεκίνησε νέα συνεργασία με τον Τζάνι Μοράντι και το τραγούδι του «Attenti al Lupo» σημειώνει νέο ρεκόρ πωλήσεων. Είχε συνθέσει επίσης μουσική για τον κινηματογράφο και την τηλεόραση ενώ τελευταία ετοίμαζε ένα νέο καλλιτεχνικό σχέδιο, αφιερωμένο στον Μιχαήλ Άγγελο, όπως είχε δηλώσει στην Repubblica…

Από τον πρόεδρο της Ιταλικής Δημοκρατίας που έκανε λόγο για τη συμβολή του «στην προαγωγή και τη διάδοση του ιταλικού τραγουδιού σε όλο τον κόσμο», τον Τζάνι Μοράντι, τον Αντριάνο Τσελεντάνο και την ομάδα ποδοσφαίρου της γενέτειρας πόλης του της Μπολόνια, οι Ιταλοί εκφράζουν τη θλίψη τους με κάθε τρόπο για το θάνατο του Λούτσιο Ντάλα.

                   ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ ΕΝΑ ΑΠΟ ΤΑ ΓΝΩΣΤΟΤΕΡΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ ΤΟΥ

Ο Τζέημς «Τζιμ» Ντάγκλας Μόρισον (James «Jim» Douglas Morrison) (8 Δεκεμβρίου1943 – 3 Ιουλίου1971) ήταν ένας Αμερικανόςτραγουδιστής, τραγουδοποιός, συγγραφέας και ποιητής. Γεννήθηκε στη Μελβούρνη της Φλόριντα και ήταν ο τραγουδιστής και στιχουργός του δημοφιλούς αμερικάνικου ροκ συγκροτήματος The Doors.
Θεωρείται ένας από τους πιο χαρισματικούς ερμηνευτές στην ιστορία της ροκμουσικής. Έγραψε επίσης αρκετά βιβλία ποίησης, ένα μικρό ντοκιμαντέρ και δύο βίντεο κλιπ («The Unknown Soldier» και «People are Strange»).
Ο θάνατός του σε ηλικία 27 ετών στο Παρίσι της Γαλλίας κατέπληξε τους θαυμαστές του.
Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες πέθανε και ο μυστικός ενταφιασμός του έγιναν αφορμή για…..ατελείωτες φήμες και παίζουν σημαντικό ρόλο στο μυστήριο που εξακολουθεί να τον….
περιβάλλει.
Ο Τζιμ Μόρισον είχε σκωτσέζικη και ιρλανδική καταγωγή και ήταν γιος του ναυάρχου Τζωρτζ Στίβεν Μόρισον και της Κλάρα Κλαρκ Μόρισον, που γνωρίστηκαν το 1941 στη Χαβάη.
Ο Τζιμ Μόρισον γεννήθηκε 11 μήνες μετά, στη Μελβούρνη της Φλόριντα.

Το 1971, ο Μόρισον μετακόμισε σε ένα διαμέρισμα στο Παρίσι μαζί με την Πάμελα Κούρσον. Του άρεσε η αρχιτεκτονική της πόλης και έκανε μεγάλους περιπάτους εκεί, όμως λέγεται ότι τον είχε πιάσει κατάθλιψη και ήθελε να επιστρέψει στην Αμερική.
Στο Παρίσι έκανε και την τελευταία του ηχογράφηση σε στούντιο με δυο Αμερικανούς μουσικούς του δρόμου.
Ο Μάνζαρεκ απέρριψε αυτή την ηχογράφηση ως «ασυναρτησίες μεθυσμένων». Ένα τραγούδι από αυτήν, το «Orange County Suite» ακούγεται στο bootleg «Lost Paris Tapes».
Ο Μόρισον πέθανε στις 3 Ιουλίου του 1971 σε ηλικία 27 ετών. Η επίσημη εκδοχή είναι ότι η Κούρσον τον βρήκε νεκρό στη μπανιέρα. Δεν έγινε αυτοψία, γιατί ο γιατρός που τον εξέτασε είπε ότι δεν βρήκε στοιχεία εγκληματικής ενέργειας. Η απουσία αυτοψίας έδωσε λαβή για πολλές εικασίες σχετικά με την αιτία θανάτου.

 Ο Ντάνυ Σάγκερμαν διηγείται ότι όταν η Κούρσον επέστρεψε στις ΗΠΑ, του είπε ότι ο Μόρισον είχε πεθάνει από υπερβολική δόση ηρωίνης, την οποία είχε εισπνεύσει νομίζοντας πως είναι κοκαΐνη.
Ο Σάγκερμαν σημειώνει ότι η Κούρσον έδινε διαφορετικές εκδοχές του θανάτου κατά καιρούς, τη μια λέγοντας ότι εκείνη τον είχε σκοτώσει και την άλλη ότι ο θάνατός του ήταν λάθος της.
Η ιστορία με την αθέλητη λήψη ηρωίνης υποστηρίζεται από τη διήγηση του Αλέν Ρονέ, που έκανε παρέα με το ζευγάρι στο Παρίσι.
Ο Ρονέ είχε γράψει ότι ο Μόρισον πέθανε από αιμορραγία αφού εισέπνευσε ηρωίνη της Κούρσον κι ότι εκείνη άθελά της αποκοιμήθηκε, αφήνοντάς τον να πεθάνει αντί να καλέσει για ιατρική βοήθεια.
Στον τάφο του υπάρχει η Ελληνική επιγραφή Κατά τον δαίμονα εαυτού.

Οι θεωρίες για το ποιος έχει γράψει την επιγραφή είναι πολλές:
Ο Jim Morrison πριν δημιουργηθεί το συγκρότημα είχε πει: «΄Η ΘΑ ΚΑΝΟΥΜΕ ΕΝΑΝ ΦΟΝΟ ΄Η ΘΑ ΔΗΜΙΟΥΡΓΗΣΟΥΜΕ ΜΙΑ ΘΡΗΣΚΕΙΑ…».
Τελικά τα κατάφεραν και στα δύο: πρώτον οι DOORS έγιναν θρησκεία και δεύτερον ο φόνος έγινε με τον θάνατό του.
Ένα θάνατο που ο Morrison δεν φοβήθηκε ποτέ.
Τον μόνο φόβο που είχε ήταν ο ίδιος του ο εαυτός και η επιγραφή στον τάφο του γράφτηκε, λέγεται, κατά δική του παραγγελία μια και αγαπούσε όπως έλεγε την ελληνική φιλοσοφία.
Γι’ αυτό και στο τραγούδι του The end περιγράφει με έναν δικό του μοναδικό τρόπο που μόνο αυτός κατείχε το Οιδιπόδειο σύμπλεγμα.
Η επιγραφή είναι «κανονική» δηλαδή όπως είναι γραμμένο το όνομα του έτσι και από κάτω γράφει αυτό που προέγραψα…

Δεν είναι π.χ κάτι που έγραψε κάποιος τυχαία…
Υπάρχουν πολλές τέτοιες τριγύρω στο χώρο αλλά με μαρκαδόρους κ.λ.π. Φαινόταν να είναι με τον ίδιο τύπο fonts όπως και το όνομά του.
Οπότε μάλλον γράφτηκε μαζί με την κατασκευή του τάφου.. άραγε ο ίδιος ο Jim το ζήτησε ή κάποιος δικός του;
Από ότι ξέρω ο πατέρας του τον είχε στο μάτι, δεν τον ήθελε…
Ο Jim σίγουρα είχε μυηθεί σε κάποια «περίεργα» πράγματα αλλά υπάρχουν τόσα πολλά «περίεργα»…
Γιατί να μπει η ελληνική επιγραφή εκεί όμως…;

Η λέξη “δαίμων” δεν έχει καμία σχέση όπως την ξέρουμε εμείς σήμερα (οι αρχαίοι Έλληνες δεν είχαν Διάβολο). “Δαίμων” ήταν αρχικά η θεότητα που μοίραζε, κατένειμε την μοίρα (δαίομαι = μοιράζω) και μετά ονομαζόταν οποιαδήποτε θεότητα στην οποία αποδίδονταν τιμές.
“Δαίμων εαυτού” ονομαζόταν η θεότητα-προστάτης που ζούσε μέσα σε κάθε άνθρωπο από τη γέννηση έως το θάνατό του και φρόντιζε για την προσωπική εξέλιξη κι ευημερία, κάτι σαν το αντίστοιχο σημερινό χριστιανικό “Φύλακας-άγγελος”, αποτελώντας κατά κάποιο τρόπο ένα “δίαυλο” μεταξύ του κόσμου των θνητών και του κόσμου των θεών.
“Πράττω κατά τον δαίμονα εαυτού” ουσιαστικά σημαίνει “πράττω σύμφωνα με αυτό που η συνείδησή μου θεωρεί σωστό”, αδιαφορώντας ίσως για το τι θα πουν οι άλλοι και είναι μια στάση ζωής που υιοθέτησαν και επιδοκίμασαν οι Στωικοί φιλόσοφοι.

Έτσι λοιπόν, η φράση “Κατά τον δαίμονα εαυτού” γράφτηκε από τους συγγενείς του Jim Morrison στον τάφο του, εννοώντας ότι ο τραγουδιστής των Doors έπραττε στη συντομη ζωή του πάντα σύμφωνα με ό,τι υπαγόρευε η συνείδησή του, ο “προσωπικός του θεός”, κι όχι σύμφωνα με τις επιταγές της κοινωνίας.

ΠΗΓΗ

Creedence Clearwater Revival

CCR, μία πολύ καλή ροκ μπάντα από το παρελθόν θα μας ταξιδέψει με παλιές μα γνώριμες μελωδίες σήμερα. Ο λόγος για τους Creedence Clearwater Revival (ή εν συντομία CCR), Αμερικανικό συγκρότημα που έγινε γνωστό κατά τις δεκαετίες των 60s και 70s με αρκετές επιτυχίες από μία σειρά άλμπουμ και singles.

Τα μέλη του συγκροτήματος περιλαμβάνουν τους John Fogerty (βασικό στιχουργό, φωνή και κιθαρίστα), τον αδερφό του Tom Fogerty (δεύτερο κιθαρίστα), τον Stu Cook (μπασίστα) και τον Doug Clifford (στα ντραμς). Το στυλ τους χαρακτηρίζεται ως rock ‘n’ roll και swamp rock.

Η μουσική των CCR’s ακούγεται ακόμη στα ραδιόφωνα ανά την υφήλιο. Το συγκρότημα έχει πουλήσει 26 εκατομμύρια δίσκους στην Αμερική και έχει φιλοξενηθεί στο Rock ‘n’ Roll Hall of Fame το 1993.

Ας αφήσουμε λοιπόν τέσσερις από τις γνωστότερες επιτυχίες των CCR να μας ταξιδεύσουν στον πάντα εύηχο rock and roll ρυθμό.

Mcauley Schenker Group – Anytime

Έτσι ένα τραγουδάκι από τα παλιά να σας κρατάει παρέα μέχρι την πλήρη επιστροφή μας.

Accept-Can’t stand the night

Μια καταπληκτική διαφορετική ζωντανή απόδοση του γνωστού αυτού του τραγουδιού.Απολαυστε!!

Μεγάλη απώλεια για το ελληνικό τραγούδι ο θάνατος του Νίκου Παπάζογλου. Από τι πέθανε ο Νίκος Παπάζογλου και ποιο το πλούσιο βιογραφικό του;

Ο Νίκος Παπάζογλου πέθανε σε ηλικία 63 ετών μετά την άνιση μάχη που έδωσε με τον καρκίνο.

Ο Νίκος Παπάζογλου νοσηλευόταν στο «Διαβαλκανικό Κέντρο» από όπου έφυγε πριν από λίγες ημέρες για το σπίτι του. Ο αγαπημένος τραγουδιστής έδωσε μάχη με τον καρκίνο και έκανε πολλές χημειοθεραπείες, αλλά τελικά δεν άντεξε. Διαβάστε τα τελευταία λόγια του Νίκου Παπάζογλου για τον καρκίνο που τον ταλαιπωρούσε.

Ο Νίκος Παπάζογλου γεννήθηκε στις 20/3/1948 στη Θεσσαλονίκη και η πρώτη του συστηματική επαφή με τη μουσική ήταν μέσω συγκροτημάτων την περίοδο 1965-1970. Την ίδια εποχή έγραψε τα πρώτα του τραγούδια, μερικά από τα οποία τραγούδησε ο Πασχάλης (Αρβανιτίδης), δημιουργώντας παράλληλα ένα μικρό στούντιο με χειροποίητα μηχανήματα στη Θεσσαλονίκη.

Το 1972 με ένα πολύ καλό συγκρότημα που αποτελούσαν Θεσσαλονικείς μουσικοί και ονομάστηκε Ζηλωτής (Zealot), ο Νίκος Παπάζογλου επιχείρησε να κατακτήσει τη διεθνή αγορά κατά το πρωτότυπο των Aphrodite`s Child. Για το σκοπό αυτό μετακόμισε στο Αachen της Δυτικής Γερμανίας. Φτιάχτηκαν τότε έξι τραγούδια που ηχογραφήθηκαν στο Mιλάνο αλλά υπάρχουν μόνο σε συλλογές φίλων.

Το 1976, τραγουδώντας στους «Αχαρνής» του Διονύση Σαββόπουλου, ο Νίκος Παπάζογλου συναντιέται με τον Μανώλη Ρασούλη και το 1978 η «καλή παρέα» (Μανώλης Ρασούλης, Νίκος Ξυδάκης, Διονύσης Σαββόπουλος και Νίκος Παπάζογλου) δημιουργεί το δίσκο «Η Εκδίκηση της Γυφτιάς» στο νεόδμητο στούντιο Αγροτικόν Νο 3, στην Τούμπα της Θεσσαλονίκης.

Στο βιογραφικό του Νίκου Παπάζογλου υπάρχουν πολλοί πετυχημένοι δίσκοι, όπως «Τα Δήθεν» και το 1983 όλα όσα υπήρχαν σε σχέδια, σημειώσεις και χαμηλόφωνες ηχογραφήσεις μαζεύονται στο δίσκο «Χαράτσι» που προτείνει ένα «είδος μεικτό και μόνιμο». Ακολουθεί το «Μέσω Νεφών» το 1986, τα «Σύνεργα» το 1991 και ένα χρόνο αργότερα η «Επιτόπιος Ηχογράφησις» στο θέατρο του Λυκαβηττού (30 Σεπτεμβρίου 1991). Τον Απρίλιο του 1995 κυκλοφόρησε η δισκογραφική δουλειά με τίτλο «Όταν Κινδυνεύεις Παίξε την Πουρούδα» -στην κυπριακή διάλεκτο- σημαίνει το κλάξον ποδηλάτου.Το 2005 κυκλοφόρησε η τελευταια του δουλεια το «Μά’ϊσσα Σελήνη».

Την ημέρα της κυκλοφορίας της «Μάγισσας σελήνης», ο Νίκος Παπάζογλου κέρδισε το Βραβείο Μουσικής στα Κρατικά Κινηματογραφικά Βραβεία Ποιότητας (Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) για τη μουσική του στην ταινία η «Νοσταλγός».

Ακολουθεί ένα από τα γνωστότερα τραγούδια του
Αρέσει σε %d bloggers: