Category: Ιστορικά


Τσε Γκεβάρα, ο επαναστάτης, ο αντάρτης, ο μαρξιστής, ο στρατιώτης της Αμερικής. Η πορεία, τα πιστεύω, το όραμα, «η ώρα της φωτιάς και το φως» που πρώτα έγιναν θάνατος και μετά αιώνιο σύμβολο του προλεταριακού διεθνισμού. 48 χρόνια από τη δολοφονία του, σαν σήμερα, στις 9 Οκτωβρίου του 1967

Τι σημασία έχει αν μας βρει ο θάνατος; Σημασία έχει ότι η κραυγή μας θα ακουστεί και ένα άλλο χέρι θα βρεθεί για να πάρει το όπλο μας, και άλλοι άνθρωποι θα ξεσηκωθούν για να πιάσουν το τραγούδι, για να ακουστεί η καινούργια κραυγή του πολέμου και της νίκης»

Ερνέστο Γκεβάρα

Το πρόσωπο του Τσε Γκεβάρα διατηρεί μια αναμφισβήτητη αίγλη στο πέρασμα των χρόνων. Ο Αργεντίνος γιατρός, σύντροφος του Κάστρο στον πόλεμο κατά του δικτάτορα Μπατίστα και Κομαντάντε στο αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής, ενσαρκώνει μια εκδοχή του επαναστάτη που δεν οφείλει τίποτα στον σοσιαλισμό του κράτους και στις γραφειοκρατίες του. Ιδεαλιστής, βαθιά διεθνιστής, αφοσιωμένος σε αβέβαιους και μακρινούς αγώνες, θα προσδώσει στο ζήτημα του σοσιαλισμού μια πνοή που δεν υπάρχει στον σοβιετικό σταλινισμό: η επανάσταση, που δεν είναι η εφαρμογή μιας «θεωρίας», αποδεικνύεται στην πράξη. Με τη δράση του, πολύ περισσότερο απ’ ότι με τα λόγια του, ο Τσε θα συμβάλλει στο να ξεκινήσει πάλι μια εσωτερική συζήτηση στους κόλπους του σοσιαλισμού για τις σχέσεις ανάμεσα στο αυθόρμητο και στην οργάνωση, και μάλιστα σε μια στιγμή κατά την οποία το περιβόητο «μοντέλο» μπαίνει σε περίοδο κρίσης. Ο Γκεβάρα είναι η αρχή του Μάη του ’68: έχει χαθεί πριν λίγο καιρό κάτω από τραγικές συνθήκες και έτσι μπορεί να ενσαρκώσει στις γραμμές της άκρας Αριστεράς, έναν συνδυασμό επαναστατικού ριζοσπαστισμού, μαρξιστικής ρητορικής και ανθρωπισμού, εκπροσωπώντας ένα ύφος λιγότερο δογματικό και πιο ενθουσιώδες από ότι του Τρότσκι ή του Μάο.

Ο νεαρός από το Ροσάριο, προερχόμενος από μεσοαστική οικογένεια, ασπάζεται το τρίπτυχο του «πάθους» της εποχής του: αγάπη για την κοινωνική δικαιοσύνη, απέχθεια για τους «γιάνκις», δίψα για τον μαρξιστικό λόγο. Η λογοτεχνία και η ποίηση σφυρηλατούν τα ριψοκίνδυνα και ατρόμητα ένστικτα του Ερνέστο, ο Τζακ Λόντον, ο Πάμπλο Νερούδα, ο Λόρκα. Από κοντά ο Φρόιντ, αλλά και ο Μαρξ. Αντιπερονιστής, όπως και οι γονείς του, δηλωμένος δημοκράτης, αλλά με τον σπόρο της σύγκρουσης φυτρωμένο από νωρίς μέσα του: «Δεν θα κατέβω στους δρόμους παρά μόνο αν μου δώσουν όπλο», δηλώνει ξεκάθαρα στους συμμαθητές του, στην Κόρδοβα, που θέλουν να διαδηλώσουν. Το πεπρωμένο του δείχνει να συμβαδίζει με εκείνο του ήρωα του αγαπημένου του βιβλίου, του Δον Κιχώτη. Διψάει για περιπέτειες, θέλει να περιπλανηθεί. Στα 23 του, πάνω σε μια μοτοσικλέτα, γνωρίζεται με την «Μεγάλη Αμερική», στο πρώτο του πολιτικό τετ α τετ με την κοινωνική πραγματικότητα της λατινικής ηπείρου. Έναν χρόνο αργότερα, το 1952, ορκισμένος πλέον γιατρός, αναχωρεί και πάλι. «Φεύγει ένας στρατιώτης της Αμερικής», λέει στη μητέρα του, αποχαιρετώντας την στον σταθμό των τρένων.

Όταν ο Τσε ήταν ακόμα Ερνεστίτο στο Ροσάριο

Γνωρίζεται με τους Ινδιάνους, μιλάει με τους ταλαιπωρημένους εργάτες των ορυχείων, εξοργίζεται με την εκμετάλλευση των ξένων που κλέβουν τη ζωή των «συμπατριωτών» του. Τα μαρξιστικά βιβλία είναι πλέον το κύριο ανάγνωσμά του, οι ερμηνείες όμως είναι απόλυτα δικές του. Η ένοπλη επανάσταση είναι το δικό του ιδανικό. Ο Σαρτρ τον βοηθάει να ανακαλύψει και τις δυο πλευρές της διανόησης. Δεν στέκεται εκεί όμως, παρά την αμηχανία που του προκαλεί η έννοια της «απόλυτης ελευθερίας» στον υπαρξισμό. Προτιμάει να προχωρήσει κρατώντας την αέναη πάλη για την διαμόρφωση της ανθρώπινης υπόστασης μέσα από την προσωπική δράση. Μπροστά του, γύρω του, παντού, τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Χωρισμένα στους καλούς και τους κακούς. Τον Δεκέμβρη του 1953 ο Γκεβάρα φτάνει στην επαναστατημένη Γουατεμάλα. Ο Χακόμπο Άρμπενς, ένας νεαρός αριστερός συνταγματάρχης, προσπαθεί να ελευθερώσει τη χώρα του από τα αποικιοκρατικά δεσμά των ΗΠΑ. Μια από τις κινήσεις του είναι να εθνικοποιήσει 84.000 εκτάρια της United Fruit Company, κάτι που προκαλεί την οργή της Ουάσιγκτον. Η CIA οργανώνει πολύ γρήγορα πραξικόπημα και τα στρατεύματα του Κάρλος Καστίγιο μπαίνουν στη χώρα τον Ιούνιο του 1954, ανατρέποντας την κυβέρνηση. Ο Γκεβάρα είναι πεπεισμένος πλέον για την ανάγκη χρήσης όπλων, ενώ γράφει για «την ανοιχτή πληγή που του άφησε στα πλευρά η Γουατεμάλα».

Γένια, μπερές και πίπα. Τις πρώτες μέρες του αντάρτικου στην Σιέρα Μαέστρα

Καταλήγει στο Μεξικό και έρχεται σε επαφή με Κουβανούς εξόριστους. Γνωρίζεται με τον Ραούλ Κάστρο, επίσης ενθουσιώδη μαρξιστή – λενινιστή και τον αδερφό του, Φιντέλ, έναν νεαρό δικηγόρο, οι οποίοι τον Ιούλιο του 1953 είχαν επιχειρήσει αποτυχημένη έφοδο με άλλους 133 αντάρτες στο στρατόπεδο Μονκάδα, στο Σαντιάγο της Κούβας. Ο Τσε μιλάει ώρες ολόκληρες με τον Φιντέλ για την επόμενη απόβαση. Δυο χρόνια αργότερα, τη νύχτα της 25ης Νοεμβρίου του 1956, μέσα σε καταιγίδα, 82 τρελοί όσο και αποφασισμένοι, επιβιβάζονται στην Granma, μια θαλαμηγό-ερείπιο και μια εβδομάδα μετά, φτάνουν στην ακτή Las Coloradas στην νοτιοδυτική Κούβα. Οι αγρότες, οι εργάτες, τα συνδικάτα, όλοι οι καταπιεσμένοι από τη δικτατορία του Μπατίστα, βοηθούν σε κάθε ευκαιρία και με κάθε τρόπο τους barbudos, τους γενειοφόρους guerilleros, που μέσα σε δυο χρόνια μπαίνουν νικητές στην Αβάνα. Ο κομαντάντε πλέον, Τσε Γκεβάρα, απελευθερώνει την Σάντα Κλάρα και γίνεται δεκτός σαν ήρωας. Το καλοκαίρι του 1959 έρχεται σε επαφή με τους Νάσερ, Νεχρού και Τίτο, τους ηγέτες που δυο χρόνια αργότερα θα ιδρύσουν το κίνημα των αδεσμεύτων, διεκδικώντας τη θέση της ελεύθερης Κούβας στον πολιτικό χάρτη. Πίσω, στο νησί, επιτελούνται μεγάλες αλλαγές. Αγροτική μεταρρύθμιση, υγειονομικές υπηρεσίες, μαθήματα γραφής και ανάγνωσης για την καταπολέμηση του αναλφαβητισμού.

8 Οκτωβρίου 1957. Ο Φιντέλ Κάστρο και ο Ερνέστο Γκεβάρα συζητούν στην ζούγκλα της Σιέρα Μαέστρα. Είναι μια από τις πρώτες φωτογραφίες τους στην Κούβα

Ο Γκεβάρα τυπώνει στο εθνικό τυπογραφείο 100.000 αντίτυπα του Δον Κιχώτη και τα μοιράζει δωρεάν στους Κουβανούς. Γνωρίζεται με τον Σαρτρ (ο οποίος επισκέπτεται την Αβάνα με την Σιμόν ντε Μποβουάρ) και όταν ο υπαρξιστής φιλόσοφος τον ρωτάει «ποιο είναι το σχέδιο της επανάστασης», απαντάει «να επεκτείνουμε το πεδίο του εφικτού». Τον Φεβρουάριο του 1961 διορίζεται υπουργός Βιομηχανίας και αναφέρεται στην ηθική, ως το μοναδικό κίνητρο που θα πρέπει να κατευθύνει τους πάντες. Είναι αριστερός στην αντίληψη, αλλά και στην καρδιά του, θεωρεί ότι κάθε άνθρωπος είναι από τη φύση του καλός. Δεν τάσσεται υπέρ των πολιτικών διώξεων, αλλά καταγγέλλει τις «λυρικές ιδεολογίες». Οι ΗΠΑ έχουν ξεκινήσει τον πόλεμο της αποσταθεροποίησης, αρνούμενες να ανεχθούν το «κομμουνιστικό καρκίνωμα» στην γειτονιά τους, όμως η ΕΣΣΔ αγνοεί το εμπάργκο, αγοράζοντας ζάχαρη και προσφέροντας πετρέλαιο. «Αυτό που δεν μπορούν να μας συγχωρήσουν οι ιμπεριαλιστές, είναι ότι κάναμε μια σοσιαλιστική επανάσταση που θα την υπερασπιστούμε με τα όπλα», ξεκαθαρίζει τον Απρίλη του 1961 ο Φιντέλ, αμέσως μετά το αμερικανικό φιάσκο στην Πλάγια Χιρόν. Ο Κάστρο αρχίζει να «οχυρώνει» την Κούβα, κυριολεκτικά και μεταφορικά: «Για την επανάσταση όλα. Εναντίον της επανάστασης, τίποτα». Ο Τσε όμως είναι πιο ανεκτικός: «Η ομορφιά δεν έχει τσακωθεί με την επανάσταση», δηλώνει, κρατώντας αποστάσεις από την υποχρεωτική υποταγή και στράτευση της τέχνης και της διανόησης.

1959 στην Αβάνα. Από αριστερά, Ραούλ Κάστρο, Αντόνιο Νούνιες Χιμένες, Τσε Γκεβάρα και Χουάν Αλμέιδα

Όμως είναι άτεγκτος σε ότι αφορά την ασφάλεια της χώρας. Συναντάει τον Νικίτα Χρουστσόφ και τάσσεται ανεπιφύλακτα υπέρ της εγκατάστασης σοβιετικών πυραύλων στο έδαφος της Κούβας. Ωστόσο, η κρίση που ακολουθεί και η εγκατάλειψη του σχεδίου από την Μόσχα, τον αναγκάζουν να αλλάξει και αυτός τη «ρουτίνα» του, απογοητευμένος από τις εξελίξεις και το Κρεμλίνο. Συνεχίζει να καλεί τους επαναστάτες σε όλο τον κόσμο να αντιγράψουν το κουβανέζικο πρότυπο και να πολεμήσουν εναντίον της «Διεθνούς του εγκλήματος», όπως χαρακτηρίζει τον ιμπεριαλισμό στην θρυλική ομιλία του στη γενική συνέλευση του ΟΗΕ, τον Δεκέμβρη του 1964. Το ίδιο μήνυμα στέλνει δυο μήνες αργότερα, από το βήμα του συνεδρίου της Αφροασιατικής Αλληλεγγύης στο Αλγέρι: «Πρέπει να αλλάξουμε τον άνθρωπο, ο προλεταριακός διεθνισμός είναι ένα καθήκον κατά του κοινού εχθρού, του ιμπεριαλισμού». Τον Μάρτιο του 1965 ο Γκεβάρα εξαφανίζεται από προσώπου γης. Στις αρχές Απριλίου φτάνει μεταμφιεσμένος στο Κογκό για να ξεκινήσει καινούργιο αντάρτικο. Όμως η προσπάθεια θα αποτύχει και οι Κουβανοί θα αναχωρήσουν από την Αφρική μετά από επτά μήνες. Στο μεταξύ, οι πιέσεις στην Κούβα είναι τόσο μεγάλες για να ενημερωθεί ο κόσμος τί έχει απογίνει ο Τσε, ώστε ο Κάστρο αποφασίζει να διαβάσει δημόσια το αποχαιρετιστήριο γράμμα του Γκεβάρα, γραμμένο αρκετούς μήνες πριν.

1959 στην Αβάνα. Ο Καμίλο Σιενφουέγο μαζί με τον Τσε στο προεδρικό παλάτι

Εκεί ο Τσε επιβεβαιώνει για μια ακόμα φορά «την αλληλεγγύη του στην κουβανέζικη επανάσταση, αλλά προσθέτει πως είναι αποφασισμένος να αφήσει την Κούβα για να υπηρετήσει την επανάσταση στο εξωτερικό. Συμπληρώνει δε, ότι παραιτείται από τα κρατικά αξιώματα και τη θέση του στο κομμουνιστικό κόμμα». Έχει πάρει την απόφασή του να κατευθυνθεί στη Βολιβία, την πρώτη χώρα στην οποία βίωσε από κοντά τη δυστυχία των κατοίκων, στο παρθενικό του ταξίδι στην Λατινική Αμερική. Θέλει να δημιουργήσει εκεί μια νέα «επαναστατική εστία, αντάξια της Αμερικής του Νότου, για να απελευθερώσει τη μεγάλη πατρίδα». Τον Νοέμβριο του 1966, με πλαστό διαβατήριο της Ουρουγουάης και όνομα Ραμόν Μπενίτες, φτάνει κρυφά στην Λα Πας, όπου τον περιμένει η αντάρτικη ομάδα Νιανκαουασού. «Είναι η ώρα της φωτιάς και δεν πρέπει να βλέπουμε παρά μόνο φως», λέει στους δικούς του, χρησιμοποιώντας τη φράση του Χοσέ Μαρτί. «Δεν πρέπει να περιμένουμε μέχρι να ωριμάσουν όλες οι κατάλληλες συνθήκες. Πρέπει να τις δημιουργήσουμε», γράφει στο ημερολόγιο εκστρατείας στη Βολιβία. Στην πραγματικότητα όμως όλα είναι αρνητικά για τον Τσε. Οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης δεν συνεργάζονται. Μόνο λίγοι νεολαίοι του κομμουνιστικού κόμματος ενώνονται μαζί του. Η επικοινωνία είναι δύσκολη, γιατί οι Ινδιάνοι μιλάνε τη δική τους διάλεκτο. Οι Βολιβιανοί Ρέιντζερς τους καταδιώκουν συνεχώς και σφίγγουν τον κλοιό. Η πείνα, η εξάντληση και οι χαφιέδες είναι πρόσθετοι εχθροί.

Ο Γκεβάρα δεν το βάζει κάτω. «Ένα, δυο, τρία, πολλά Βιετνάμ, αυτό είναι το σύνθημά μας», προσπαθεί να εμψυχώσει τους συντρόφους του. Όμως η Κοτσαβάμπα, ο Ρίο Γκράντε και η Λα Ιγκέρα θα γίνουν συνώνυμα της σύλληψης και της εκτέλεσης του Τσε. Ο θάνατος θα κλείσει το κεφάλαιο της ζωής του, η αιωνιότητα θα κάνει το όνομά του σύμβολο. Hasta la victoria siempre…

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΤΟΥ ΤΣΕ

Στη συνέχεια θα θυμηθούμε μέσα από 35 χρονολογίες την πορεία του Τσε Γκεβάρα προς τον θάνατο, 48 χρόνια μετά την 9η Οκτωβρίου του 1967, αρχίζοντας από τη στιγμή που μπήκε στη Βολιβία με πλαστό διαβατήριο μέχρι τη μέρα που τάφηκε – για δεύτερη φορά – στην αγαπημένη του Κούβα.

– 3 Οκτωβρίου 1965: Σε ένα δημόσιο λόγο του, ο Φιντέλ Κάστρο διαβάζει την αποχαιρετιστήρια επιστολή που έγραψε ο Τσε – ήδη από τον Απρίλιο – και με την οποία παραιτείται από όλες τις θέσεις που κατέχει στην κουβανέζικη κυβέρνηση. Το γράμμα καταλήγει: «…νιώθω ότι εκπλήρωσα το καθήκον που με έδενε με την κουβανέζικη επανάσταση και λέω αντίο σε σένα, στους συντρόφους, στο λαό σου που πλέον είναι και δικός μου».

– Φθινόπωρο 1966: Ο Τσε Γκεβάρα φτάνει στη Βολιβία κάπου ανάμεσα στο δεύτερο δεκαπενθήμερο του Σεπτέμβρη και την πρώτη εβδομάδα του Νοέμβρη, σύμφωνα με διαφορετικές μαρτυρίες. Περνάει τα σύνορα με ψεύτικο διαβατήριο της Ουρουγουάης και σκοπό να οργανώσει ένα αντάρτικο κίνημα. Διαλέγει τη Βολιβία για πολλούς λόγους. Πρώτον γιατί η παρουσία των αμερικανικών μυστικών δυνάμεων είναι μικρή σε σχέση με άλλα κράτη της περιοχής. Δεύτερον γιατί η φτώχεια είναι τόσο μεγάλη που οι κάτοικοι θα δεχτούν πιο εύκολα μια επαναστατική ιδεολογία και τρίτον γιατί συνορεύει με πέντε άλλα κράτη, πράγμα που θα βοηθήσει την εξάπλωση της επανάστασης, αν το αντάρτικο πετύχει.

Η φωτογραφία ήταν το μεγάλο χόμπι του Γκεβάρα

– Άνοιξη 1967: Από τον Μάρτη μέχρι τον Αύγουστο του 1967, ο Τσε και οι αντάρτες του χτυπούν «κατά βούληση» τις Βολιβιανές Ένοπλες Δυνάμεις, οι οποίες αριθμούν περίπου 20.000 άνδρες. Σε αυτό το διάστημα σκοτώνεται ένας αντάρτης και 30 Βολιβιανοί στρατιώτες.

– 28 Απριλίου 1967: Ο στρατηγός Οβάντο του Βολιβιανού στρατού υπογράφει ένα σύμφωνο συνεργασίας με τον αμερικανικό στρατό, σύμφωνα με το οποίο οι ΗΠΑ θα εκπαιδεύσουν, θα εκγυμνάσουν και θα οργανώσουν τους βολιβιανούς στρατιώτες.

– 11 Μαΐου 1967: Ο Ουόλτ Ρόστο, σύμβουλος του προέδρου των ΗΠΑ, Λίντον Τζόνσον, στέλνει ένα σημείωμα στον Λευκό Οίκο, στο οποίο γράφει ότι έχει στα χέρια του την πρώτη αναφορά σύμφωνα με την οποία ο Τσε Γκεβάρα είναι ζωντανός και επιχειρεί στη Νότια Αμερική.

Το περίφημο «πορτραίτο» του Αλμπέρτο Κόρδα (1960)

– Ιούνιος 1967: Ο κουβανικής καταγωγής πράκτορας της CIA, Φέλιξ Ροντρίγκες μιλάει τηλεφωνικώς με έναν αξιωματούχο της CIA, ο οποίος του αναθέτει την αποστολή να βοηθήσει τους Βολιβιανούς να ανακαλύψουν και να συλλάβουν τον Τσε Γκεβάρα. Βοηθός του θα είναι ο «Εδουάρδο Γκονσάλες», ενώ ο ίδιος θα χρησιμοποιεί το ψεύτικο όνομα «Φέλιξ Ράμος Μεδίνα».

– 26-30 Ιουνίου 1967: Ο Σοβιετικός πρωθυπουργός Αλεξέι Κοσίγκιν επισκέπτεται την Κούβα για συνομιλίες με τον Φιντέλ Κάστρο. Στο περιθώριο των συνομιλιών θέτει στον Κουβανό ηγέτη το θέμα της επαναστατικής δραστηριότητας στη Νότια Αμερική. Ασκεί κριτική στην παρουσία του Τσε στη Βολιβία και κατηγορεί τον Κάστρο για τη «ζημιά που προκαλεί στο κομμουνιστικό κίνημα με την υποστήριξή του σε διάφορες αντάρτικες ομάδες που αυτοαποκαλούνται σοσιαλιστικές ή κομμουνιστικές και οι οποίες κινούνται έξω από τα νόμιμα κομμουνιστικά κόμματα, αυτά δηλαδή που είναι αναγνωρισμένα από την ΕΣΣΔ». Η απάντηση του Κάστρο είναι ξεκάθαρη: «Θα υποστηρίξω το δικαίωμα κάθε Λατινοαμερικάνου να συνεισφέρει στην απελευθέρωση της χώρας του».

Comandante guerrillero Ernesto Che Guevara

– 2 Αυγούστου 1967: Οι Ροντρίγκες και Γκονσάλες φτάνουν στην Λα Πας της Βολιβίας, όπου και συναντώνται με όλους τους υπόλοιπους πράκτορες της CIA που βρίσκονται ήδη εκεί.

– 31 Αυγούστου 1967: Ο Βολιβιανός στρατός πετυχαίνει την πρώτη του νίκη εναντίον των ανταρτών του Τσε, σκοτώνοντας αρκετούς από αυτούς και καταφέρνοντας να συλλάβει τον Χοσέ Καστίγιο Τσάβες, γνωστό με το παρατσούκλι «Πάκο». Στο μεταξύ η υγεία του Κομαντάντε κλονίζεται.

Αβάνα, 1962. Ο Τσε μαζί με τον Νικίτα Χρουστσόφ

– 3 Σεπτέμβρη 1967: Ο Φέλιξ Ροντρίγκες πετάει από τη Σάντα Κρουζ στο Βαγεγκράντε για να ανακρίνει τον «Πάκο».

– 15 Σεπτέμβρη 1967: Βολιβιανά αεροσκάφη πραγματοποιούν ρίψη φυλλαδίων σε όλη τη χώρα, πάνω στα οποία αναγράφεται ότι η κυβέρνηση προσφέρει αμοιβή 4.200 δολαρίων για τη σύλληψη του Τσε Γκεβάρα.

– 18 Σεπτέμβρη 1967: Συλλαμβάνονται 15 μέλη μιας κομμουνιστικής ομάδας, επειδή προμήθευαν με εφόδια τους αντάρτες του Τσε στη νοτιοανατολική ζούγκλα της Βολιβίας.

Ψαρεύοντας μαζί με τον Κάστρο στα ανοιχτά της Αβάνας (1960)

– 22 Σεπτέμβρη 1967: Ο Τσε και η ομάδα του φτάνουν στο χωριό Άλτο Σέκο. Ο Ίντι Περέδο, ένας Βολιβιανός αντάρτης, εξηγεί στους χωρικούς τον σκοπό του αντάρτικου κινήματος. Λίγο αργότερα αναχωρούν παίρνοντας μαζί τους τρόφιμα.

– 23 Σεπτέμβρη 1967: Ο υπουργός Εξωτερικών της Βολιβίας, Γκεβάρα Άρσε, έχει στα χέρια του ατράνταχτες πλέον αποδείξεις, ότι ο ηγέτης των ανταρτών είναι ο Τσε Γκεβάρα. Ειδικοί συγκρίνουν δείγματα γραφής, αποτυπώματα και φωτογραφίες, καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η ομάδα του Τσε αποτελείται από Κουβανούς, Περουβιανούς, Αργεντίνους και Βολιβιανούς. Ο Άρσε δηλώνει ότι «δεν θα αφήσουμε κανέναν να μας κλέψει τη χώρα».

– 24 Σεπτέμβρη 1967: Ο Τσε και οι άντρες του φτάνουν άρρωστοι και εξαντλημένοι στη Λόμα Λάργα, ένα ράντσο κοντά στο Άλτο Σέκο. Μόλις τους βλέπουν οι χωρικοί, φεύγουν όλοι εκτός από έναν.

– 26 Σεπτέμβρη 1967: Οι αντάρτες φτάνουν στο χωριό Λα Ιγκέρα και αντιλαμβάνονται πως όλοι οι άνδρες το έχουν εγκαταλείψει. Ενώ ετοιμάζονται να φύγουν, ακούνε πυροβολισμούς και αναγκάζονται να οχυρωθούν μέσα στο χωριό. Τρεις αντάρτες σκοτώνονται στη συμπλοκή και οι υπόλοιποι υποχωρούν προς τη μεριά του ποταμού Ρίο Γκράντε.

– 27 Σεπτέμβρη 1967: Μετά τη συμπλοκή στην Λα Ιγκέρα, ο Βολιβιανός στρατός κλείνει όλα τα περάσματα ώστε να εμποδίσει τη διαφυγή των ανταρτών και να τους παγιδεύσει. Συλλαμβάνεται ένας αντάρτης με το όνομα «Γκάμπα», ο οποίος βρίσκεται σε άθλια κατάσταση, γεγονός το οποίο ανεβάζει το ηθικό των στρατιωτών που συνειδητοποιούν ότι οι αντίπαλοί τους δεν είναι ανίκητοι.

Señor ministro. Ο Τσε στο υπουργείο Βιομηχανίας το 1963.

– 30 Σεπτέμβρη 1967: Ο Τσε και η ομάδα του παγιδεύονται από τον στρατό σε ένα φαράγγι της Βάγε Σεράνο, νότια του ποταμού Ρίο Γκράντε, στην περιοχή της Κοτσαβάμπα.

– 7 Οκτωβρίου 1967: Ο Τσε γράφει για τελευταία φορά στο προσωπικό του ημερολόγιο, έντεκα μήνες μετά την έναρξη του αντάρτικου στη Βολιβία. Στο μεταξύ η ομάδα του συναντάει μια γυναίκα που βόσκει κατσίκες και την ρωτούν αν υπάρχουν στρατιώτες στην περιοχή, χωρίς όμως να καταφέρουν να της αποσπάσουν πληροφορίες. Φοβούμενοι ότι μπορεί να τους καταδώσει, της δίνουν 50 πέσος για να εξασφαλίσουν τη σιωπή της. Το βράδυ καταφεύγουν σε μια ρεματιά στην Κεμπράδα δελ Γιούρο.

– 8 Οκτωβρίου 1967, νύχτα: Ο στρατός πληροφορείται ότι μια ομάδα από 17 αντάρτες βρίσκεται στην περιοχή. Πλησιάζει στη ρεματιά και στη συμπλοκή που ακολουθεί μέσα στη νύχτα, δυο Κουβανοί αντάρτες σκοτώνονται. Ο «Ραμόν» (Τσε Γκεβάρα) και ο σύντροφός του, «Γουίλι», προσπαθούν να ξεφύγουν, αλλά πέφτουν πάνω στους όλμους των στρατιωτών. Ο Τσε τραυματίζεται στο γαστροκνήμιο.

– 8 Οκτωβρίου 1967, πρωΐ: Μια γυναίκα ειδοποιεί τον στρατό ότι άκουσε φωνές στη ρεματιά του Γιούρο, κοντά στο σημείο του ποταμού Σαν Αντόνιο. Παραμένει άγνωστο αν πρόκειται για την ίδια γυναίκα που είχαν συναντήσει νωρίτερα οι αντάρτες. Μέχρι το ξημέρωμα, στην περιοχή αναπτύσσονται δυνάμεις του Βολιβιανού στρατού περικυκλώνοντας την ομάδα του Τσε.

Τσε και Κάστρο συνομιλούν

– 8 Οκτωβρίου 1967, μεσημέρι, ώρα 1.30: Αρχίζει η τελευταία μάχη του Τσε στην Κεμπράδα δελ Γιούρο. Ο Σιμόν Κούμπα (Γουίλι) Σαράβια, ένας βολιβιανός εργάτης ορυχείων, οδηγεί την ομάδα. Πίσω του ακολουθεί ο Τσε, ο οποίος δέχεται πυροβολισμούς στα πόδια του και σωριάζεται. Ο Γουίλι τον σηκώνει και προσπαθεί να τον μεταφέρει έξω από τη γραμμή του πυρός, αλλά μια σφαίρα τινάζει το μπερέ του Τσε από το κεφάλι του. Ο Σαράβια ακουμπάει τον Τσε στο έδαφος και αμύνεται πυροβολώντας. Οι Ρέιντζερς συγκεντρώνουν τα πυρά τους στους δυο αντάρτες και σφίγγουν συνεχώς τον κλοιό γύρω τους. Ο Τσε προσπαθεί να πυροβολήσει, αλλά του είναι αδύνατο. Τα πολλαπλά τραύματα τον έχουν εξουθενώσει και τη στιγμή που οι στρατιώτες εμφανίζονται μέσα από τους θάμνους, φωνάζει: «Μην πυροβολείτε. Είμαι ο Τσε Γκεβάρα και αξίζω περισσότερο για σας ζωντανός παρά νεκρός». Η μάχη τελειώνει γύρω στις 3.30. Ο Τσε συλλαμβάνεται.

– 8 Οκτωβρίου 1967, απόγευμα: Η είδηση της σύλληψης του Τσε φτάνει με κωδικοποιημένο μήνυμα στο αρχηγείο της Βαγεγκράντε: «Papa cansado» (ο μπαμπάς – κωδική ονομασία του Τσε – είναι κουρασμένος – δηλαδή τραυματισμένος). Ο στρατηγός Σεντένο διατάζει να μεταφερθεί ο Τσε μαζί με τους άλλους κρατούμενους στην Λα Ιγκέρα. Στρατιώτες κουβαλούν τον Κομαντάντε μέσα σε μια κουβέρτα, ενώ ο Σαράβια ακολουθεί από πίσω δεμένος. Φτάνουν στο χωριό λίγο μετά τη δύση και οι δυο κρατούμενοι κλείνονται στο σχολείο. Στη διάρκεια της νύχτας άλλοι 5 αντάρτες φυλακίζονται στον ίδιο χώρο.

Έτοιμος να μιλήσει σε ραδιοφωνικό σταθμό της Κούβας

– 9 Οκτωβρίου 1967, ξημερώματα: Ο Ουόλτ Ρόστο στέλνει εμπιστευτικό μήνυμα στον πρόεδρο των ΗΠΑ, Λίντον Τζόνσον, με το οποίο τον ενημερώνει ότι οι Βολιβιανές αρχές συνέλαβαν και κρατούν αιχμάλωτο τον Τσε Γκεβάρα. Στο μεταξύ ο στρατηγός Σεντένο και ο Φέλιξ Ροντρίγκες φτάνουν με ελικόπτερο στην Λα Ιγκέρα. Επιθεωρούν τον χώρο και τους κρατούμενους. Χρόνια αργότερα σε μια συνέντευξή του, ο Φέλιξ Ροντρίγκες θυμάται: «Ο Τσε ήταν ξαπλωμένος μέσα στη βρομιά, τα χέρια του δεμένα πίσω από την πλάτη του. Έμοιαζε με ένα σωρό σκουπίδια, τα μαλλιά του λαδωμένα, τα ρούχα του κουρέλια. Είχα ανάμικτα συναισθήματα όταν τον πρωτοείδα στην Λα Ιγκέρα. Μπροστά μου βρισκόταν ο άνθρωπος που είχε σκοτώσει πολλούς συμπατριώτες μου. Αλλά παρόλα αυτά, όταν τον κοίταξα, ο τρόπος που κοίταζε το κενό…ειλικρινά ένιωσα λύπη για αυτόν».

Αμέσως μετά ο Ροντρίγκες στέλνει ένα κωδικοποιημένο μήνυμα στο αρχηγείο της CIA στο Λάνγκλεϊ και αρχίζει να φωτογραφίζει το ημερολόγιο του Τσε και άλλα έγγραφα. Αργότερα μιλάει για αρκετή ώρα με τον Τσε και τον φωτογραφίζει. Οι φωτογραφίες που τράβηξε ο Ροντρίγκες βρίσκονται ακόμα στα μυστικά αρχεία της CIA και δεν δόθηκαν ποτέ στη δημοσιότητα.

Τσε και Φιντέλ. Barbudos y Comandantes

– 9 Οκτωβρίου 1967, πρωί: Οι Βολιβιανές αρχές αντιμετωπίζουν πλέον το μεγάλο ερώτημα: τι να κάνουν τον Τσε Γκεβάρα; Αποκλείουν τη δίκη, αφού γνωρίζουν ότι κάτι τέτοιο θα στρέψει τα βλέμματα όλης της υφηλίου πάνω τους και θα προκαλέσει κύματα συμπάθειας και αλληλεγγύης στο πρόσωπο του Τσε. Αποφασίζουν τελικά να τον εκτελέσουν άμεσα, αλλά συμφωνούν ότι η επίσημη εκδοχή θα λέει ότι ο Κομαντάντε υπέκυψε στα τραύματά του στη διάρκεια της μάχης. Ο Φέλιξ Ροντρίγκες παίρνει εντολή από την ανώτατη στρατιωτική διοίκηση της Βολιβίας να θέσει σε ισχύ τις επιχειρήσεις «500» και «600». Το «500» είναι ο βολιβιανός κωδικός για τον Τσε και το «600» η κωδική διαταγή για την εκτέλεσή του. Ο Ροντρίγκες ενημερώνει τον Σεντένο για τη διαταγή, χωρίς όμως να παραλείψει να συμπληρώσει ότι η κυβέρνηση των ΗΠΑ, του έχει δώσει σαφείς οδηγίες να κρατήσει τον Τσε ζωντανό με οποιοδήποτε τίμημα. Η CIA έχει ήδη οργανώσει αερογέφυρα για τη μεταφορά του Γκεβάρα στον Παναμά, όπου και σκοπεύει να τον υποβάλλει σε εξαντλητικές ανακρίσεις. Ο Σεντένο όμως αποφασίζει να ακολουθήσει τις δικές του διαταγές και δίνει εντολή να εκτελεστεί ο Τσε. Ο Ροντρίγκες πηγαίνει στο σχολείο και ανακοινώνει στον κρατούμενο την απόφαση των Βολιβιανών αρχών. «Είναι καλύτερα έτσι. Ποτέ δεν έπρεπε να με πιάσουν ζωντανό», απαντά ο Τσε και δίνει στον Ροντρίγκες ένα μήνυμα για τη γυναίκα του και άλλο ένα για τον Φιντέλ. Οι δυο άντρες αγκαλιάζονται και ο Ροντρίγκες φεύγει.

Ανάβοντας το πούρο του. Ο Τσε «ανακάλυψε» τα habanos στην Σιέρα Μαέστρα. Κάπνιζε συνήθως Partagás ή H. Upmann

– 9 Οκτωβρίου 1967, μεσημέρι: Οι στρατιώτες ρίχνουν κλήρο μεταξύ τους για το ποιος θα εκτελέσει τον Τσε. Ο λοχίας Χάιμε Τεράν τραβάει το μικρότερο καλαμάκι και μπαίνει μέσα στο σχολείο για να πυροβολήσει τον Γκεβάρα. Με το που αντικρίζει τον τραυματισμένο επαναστάτη, ο Τεράν τρομοκρατείται και τρέχει πανικόβλητος έξω από την τάξη. Οι ανώτεροί του τον ξαναστέλνουν μέσα και ο Τεράν, χωρίς να κοιτάζει, πυροβολεί με ένα Μ2 Carbine τον Κομαντάντε στο στήθος, στα χέρια και τα πόδια. Είναι μία και δέκα το μεσημέρι όταν ο Τσε πέφτει νεκρός.

– 10 Οκτωβρίου 1967: Οι γιατροί Μοϊσές Μπαπτίστα και Χοσέ Μαρτίνες υπογράφουν στο νοσοκομείο «Señor de Malta» της Βαγεγκράντε το πιστοποιητικό θανάτου του Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα. Την ίδια μέρα ο στρατηγός Οβάντο ανακοινώνει επίσημα ότι ο Τσε είναι νεκρός.

– 11 Οκτωβρίου 1967: Ο στρατηγός Οβάντο ισχυρίζεται ότι η σορός του Γκεβάρα τάφηκε στην περιοχή της Βαγεγκράντε. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Λίντον Τζόνσον, παίρνει στα χέρια του μια αναφορά από τον Ουόλτ Ρόστο, σύμφωνα με την οποία «ο Τσε Γκεβάρα είναι νεκρός κατά 99%».

Το πτώμα του δολοφονημένου Τσε Γκεβάρα

– 12 Οκτωβρίου 1967: Ο Ρομπέρτο Γκεβάρα, αδερφός του Τσε, φτάνει στη Βολιβία για να παραλάβει τη σορό και να τη μεταφέρει στην Αργεντινή. Ο στρατηγός Οβάντο τον ενημερώνει ότι το νεκρό σώμα του αδερφού του αποτεφρώθηκε.

– 13 Οκτωβρίου 1967: Ο Ουόλτ Ρόστο στέλνει καινούργιο μήνυμα στον Τζόνσον και τον ενημερώνει ότι πλέον δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι ο Γκεβάρα είναι νεκρός.

– 18 Οκτωβρίου 1967: Ο Φιντέλ Κάστρο αποχαιρετάει τον σύντροφό του, Τσε, μαζί με πάνω από ένα εκατομμύριο Κουβανούς που κατακλύζουν την Plaza de la Revolución της Αβάνας. «Η ζωή του είναι μια ένδοξη σελίδα της ιστορίας. Οι δολοφόνοι του θα απογοητευτούν όταν συνειδητοποιήσουν ότι η τέχνη στην οποία αφιέρωσε τη ζωή και την εξυπνάδα του δεν μπορεί να πεθάνει», είναι τα λόγια του Φιντέλ.

Αξιωματικοί του Βολιβιανού στρατού φωτογραφίζονται μπροστά στον νεκρό Τσε, την επόμενη του θανάτου του

– 1 Ιουλίου 1995: Σε μια συνέντευξή του στον βιογράφο Γιόν Λι Άντερσον, ο Βολιβιανός στρατηγός Μάριο Βάργκας Σαλίνας αποκαλύπτει ότι ήταν παρών στη μαζική ταφή του Τσε και των συντρόφων του κοντά σε έναν αεροδιάδρομο έξω από την Βαγεγκράντε. Αρχίζει αμέσως η έρευνα για να εντοπιστεί ο τάφος, μια έρευνα που θα διαρκέσει δυο χρόνια.

– 5 Ιουλίου 1997: Ο βιογράφος του Τσε, Γιόν Λι Άντερσον, δημοσιεύει στους New York Times ένα άρθρο, στο οποίο αναφέρει ότι οι ειδικοί είναι πλέον 100% σίγουροι ότι ανακάλυψαν το λείψανο του Γκεβάρα στην Βαγεγκράντε.

– 13 Ιουλίου 1997: Ο κουβανέζικος λαός μαζί με τον Φιντέλ Κάστρο υποδέχονται σε μια λαμπρή τελετή στην Αβάνα το λείψανο του Τσε Γκεβάρα.

– 17 Οκτωβρίου 1997: Οι Κουβανοί κηδεύουν τον Τσε Γκεβάρα στην αγαπημένη του Σάντα Κλάρα.

Το μαυσωλείο του Τσε Γκεβάρα στην Σάντα Κλάρα της Κούβας

 

Πηγές: marxists.org, taringa.net, Larousse le siecle rebelle

Βίντεο: «A Cochamba me voy», το τραγούδι που έγραψε ο Χιλιανός Βίκτορ Χάρα για το αντάρτικο του Τσε στην Βολιβία

Βίντεο: «Hasta siempre Comandante», το τραγούδι που έγραψε ο Κουβανός Κάρλος Πουέμπλα για τον Τσε, την επόμενη της ανάγνωσης από τον Φιντέλ Κάστρο στους Κουβανούς της αποχαιρετιστήριας επιστολής του Γκεβάρα

Advertisements

“…όλοι εκτός από τους χαζούς γνωρίζουν ότι οι κατώτερες τάξεις πρέπει να παραμείνουν φτωχές, αλλιώς δεν θα εκβιομηχανιστούν ποτέ.»

— Arthur Young,1771

Η δημοφιλής οικονομική σοφία λέει ότι ο καπιταλισμός ισούται με ελευθερία και ελεύθερες κοινωνίες, σωστά; Αν υποπτεύεστε ότι αυτή η λογική μπάζει νερά, θα σας πρότεινα ένα βιβλίο που λέγεται Η Εφεύρεση Του Καπιταλισμού (The Invention of Capitalism), που το έχει γράψει ένας οικονομικός ιστορικός, με το όνομα Μάικλ Πέρελμαν, ο οποίος έχει εξοριστεί σε ένα μικρό κολλέγιο στην επαρχιωτική Καλιφόρνια, λόγω της έλλειψης συμπάθειας του προς την ελεύθερη αγορά. Ο Πέρελμαν έχει χρησιμοποιήσει ποιοτικά το χρόνο του στην εξορία, ψάχνοντας τα έργα και την αλληλογραφία του Άνταμ Σμιθ και των συγχρόνων του για να γράψει μια ιστορία για την δημιουργία του καπιταλισμού πέρα από το επιφανειακό παραμύθι του «Πλούτου των Εθνών», κατευθείαν από την πηγή, αφήνοντας τον αναγνώστη να διαβάσει τα ίδια τα λόγια των πρώιμων καπιταλιστών, οικονομολόγων, φιλοσόφων, κληρικών και κρατικών αξιωματούχων. Και δεν είναι όμορφα.

Ένα πράγμα που καθιστούν σαφές τα ιστορικά αρχεία, είναι ότι ο Άνταμ Σμιθ και οι φίλοι του του laissez-faire ήταν κρυφο-κρατιστές, οι οποίοι χρειάζονταν σκληρές κυβερνητικές πολιτικές για να μπορέσουν να μετατρέψουν με τη βία τους Εγγλέζους αγρότες σε μια καπιταλιστική εργατική δύναμη, πρόθυμη να αποδεχθεί τη μισθωτή σκλαβιά.

Ο Φράνσις Χάτσεσον, από τον οποίον ο Άνταμ Σμιθ έμαθε τα πάντα για την αξία της φυσικής ελευθερίας, έγραψε: «είναι το μεγάλο σχέδιο των αστικών νόμων να ενδυναμώσουν με πολιτικές κυρώσεις τους πολλούς νόμους της φύσης…Η μάζα πρέπει να μάθει, και να δεσμευτεί από νόμους, για τον καλύτερο τρόπο να διεξάγει τις υποθέσεις της και να ασκεί τη μηχανική τέχνη.»

Ναι, αντίθετα με ότι μπορεί να έχετε μάθει, η μετάβαση σε μια καπιταλιστική κοινωνία δεν έγινε ούτε φυσικά ούτε ομαλά. Βλέπετε, οι Άγγλοι χωρικοί δεν ήθελαν να εγκαταλείψουν τον αγροτικό κοινοτικό τρόπο ζωής τους, να αφήσουν τη γη τους και να πάνε να δουλέψουν για μισθούς κάτω από το όριο της πείνας σε άθλια, επικίνδυνα εργοστάσια που έστηνε η καινούρια πλούσια τάξη των καπιταλιστών γαιοκτημόνων. Και για καλό λόγο. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Άνταμ Σμιθ για τους μισθούς της εποχής στη Σκωτία, ένας εργάτης εργοστασίου θα έπρεπε να δουλέψει περισσότερο από τρεις μέρες για να αγοράσει ένα ζευγάρι από βιομηχανικά φτιαγμένα παπούτσια. Αντίθετα θα μπορούσαν να φτιάξει τα δικά του παραδοσιακά παπούτσια με το δικό του δέρμα σε λίγες ώρες, και θα μπορούσε να περάσει την υπόλοιπη μέρα του πίνοντας μπύρες. Δεν είναι δύσκολη επιλογή, ε;

Αλλά για να δουλέψει ο καπιταλισμός, οι καπιταλιστές χρειάζονται μία δεξαμενή φτηνού πλεονασματικού εργατικού δυναμικού. Άρα τί πρέπει να κάνουμε; Να φωνάξουμε την Εθνική Φρουρά!

Έχοντας να αντιμετωπίσουν χωρικούς, που δεν ήθελαν να παίξουν το ρόλο του σκλάβου, φιλόσοφοι, οικονομολόγοι, πολιτικοί, ηθικολόγοι, και εξέχουσες επιχειρηματικές φιγούρες άρχισαν να επιχειρηματολογούν υπέρ της κυβερνητικής δράσης. Κατά τη διάρκεια των χρόνων, δημιούργησαν μια σειρά από νόμους και μέτρα, σχεδιασμένους έτσι ώστε να πιεστούν οι αγροτές έξω από το παλιό προς το καινούριο, καταστρέφοντας τα παραδοσιακά τους μέσα αυτάρκειας.

“Οι βάρβαρες πράξεις που σχετίζονται με την διαδικασία της αφαίρεσης από την πλειοψηφία του κόσμου των μέσων παραγωγής μπορεί να φαίνονται μακριά από τη φήμη του laissez-faire της κλασικής πολιτικής οικονομίας», λέει ο Πέρελμαν. «Στην πράξη, η αποστέρηση της πλειοψηφίας των μικροπαραγωγών από τα μέσα παραγωγής, και η κατασκευή του laissez-faire είναι στενά συνδεδεμένες, τόσο πολύ που ο Μαρξ, ή τουλάχιστον οι μεταφραστές του, ονομάτισαν αυτή την αλλοτρίωση των μαζών «πρωταρχική συσσώρευση«.

Ο Πέρελμαν περιγράφει τις πολλές διαφορετικές πολιτικές, μέσα από τις οποίες οι χωρικοί εκδιώχθηκαν από τη γη τους-από τη θέσπιση των νόμων που απαγόρευαν στους χωρικούς να κυνηγούν, στην καταστροφή της παραγωγικότητας με τον περιορισμό των ανθρώπων ταπεινής καταγωγής σε μικρότερα μερίδια γης-αλλά το πιο ενδιαφέρον μέρος του βιβλίου είναι εκεί που διαβάζεις τους συναδέλφους πρωτοκαπιταλιστές του Άνταμ Σμιθ να παραπονιούνται που οι αγρότες είναι τόσο ανεξάρτητοι και ζουν άνετα, ώστε δεν μπορεί να τους εκμεταλλευτεί κανείς κανονικά, και προσπαθούν να βρουν τρόπους, για να τους εξαναγκάσουν να αποδεχτούν τη ζωή της μισθωτής σκλαβιάς.

Αυτό το φυλλάδιο της εποχής δείχνει τη γενικότερη στάση απέναντι στους επιτυχημένους, αυτάρκεις αγρότες της επαρχίας:

Η απόκτηση μίας ή δύο αγελάδων, με ένα γουρούνι, και λίγες χήνες, φυσικά εξυψώνει τον χωρικό….Σουλατσάροντας πίσω από τα γελάδια του, αποκτά τη συνήθεια της νωχελικότητας. Ένα τέταρτο, μισή και σε περιπτώσεις ολόκληρες μέρες χάνονται ανεπαίσθητα. Η εργασία γίνεται αηδιαστική, η αποστροφή μεγαλώνει με την ανοχή. Και επιπρόσθετα η πώληση ενός μη απογαλακτισμένου μοσχαριού, ή γουρουνιού, παρέχει τα μέσα για πρόσθετη τεμπελιά.

Ενώ ένα άλλο φυλλάδιο έγραφε:

Ούτε εγώ μπορώ να συλλάβω μια μεγαλύτερη κατάρα για ένα σώμα ανθρώπων, από το να ριχτούν σε ένα μέρος γης, όπου τα μέσα παραγωγής για συντήρηση και διατροφή, είναι σε μεγάλο βαθμό, αυθόρμητα, και το κλίμα απαιτεί μικρή φροντίδα για ένδυση ή κάλυψη.

Ο Τζον Μπέλερς, ένας Κουακέρος «φιλάνθρωπος» και οικονομικός διανοητής είδε τους ανεξάρτητους χωρικούς σαν ένα εμπόδιο στο σχέδιο του να εξαναγκάσει τους φτωχούς ανθρώπους σε εργοστάσια-φυλακές, όπου θα ζούσαν, θα δούλευαν και θα παρήγαγαν ένα κέρδος της τάξης του 45% για τους αριστοκράτες ιδιοκτήτες:

“Τα Δάση μας και τα Κοινά μας Αγαθά (μετατρέποντας τους Φτωχούς που πέφτουν πάνω τους σε Ινδιάνους) είναι ένα εμπόδιο στη Βιομηχανία, και τρέφουν την Τεμπελιά και την Αυθάδεια.»

Ο Ντάνιελ Ντεφόε, ο συγγραφέας και έμπορος, σημείωσε ότι στα Σκωτικά Υψίπεδα «οι άνθρωποι ήταν εξαιρετικά καλά εξοπλισμένοι με προμήθειες…το κρέας ελαφιού υπερβολικά άφθονο, και όλες τις εποχές, νεαρό ή παλιό, το οποίο σκότωναν με τα όπλα όπου το έβρισκαν.»

Για τον Τόμας Πέναντ, ένα βοτανολόγο, αυτή η αυτάρκεια είχε καταστρέψει έναν κατά τα άλλα απολύτως καλό αγροτικό πληθυσμό:

“Οι τρόποι αυτών των ντόπιων μπορούν να περιγραφούν ως εξής:  νωχελικοί σε μεγάλο βαθμό, εκτός από την περίπτωση που ξεσηκώνονται για πόλεμο, ή άλλη ζωογονητική διασκέδαση.»

Αν το να έχεις γεμάτη κοιλιά και παραγωγική γη ήταν το πρόβλημα, τότε η λύση για να στρώσουν αυτοί οι άχρηστοι τεμπέληδες ήταν προφανής: διώξτε τους από τη γη τους και αφήστε τους να πεινάσουν.

Ο Άρθουρ Γιανγκ,ένας δημοφιλής συγγραφέας και οικονομικός διανοητής, που τον σεβόταν ο Τζον Στιούαρτ Μιλ, έγραφε το 1771: «όλοι παρεκτός από τους χαζούς γνωρίζουν ότι οι κατώτερες τάξεις πρέπει να κρατηθούν φτωχές, αλλιώς δεν θα εκβιομηχανιστούν ποτέ.» Ο σερ Γουίλιαμ Τεμπλ, πολιτικός και αφεντικό του Τζόναθαν Σουίφτ, συμφώνησε και πρότεινε ότι το φαγητό πρέπει να φορολογηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο για να αποτραπεί η εργατική τάξη από μια ζωή «τεμπελιάς και  ακολασίας».

Ο Τεμπλ επίσης ήταν υπέρ του να μπαίνουν τετράχρονα στη δουλειά των εργοστασίων, γράφοντας ότι «με αυτόν τον τρόπο, ελπίζουμε ότι η μελλοντική γενιά θα έχει συνηθίσει τόσο πολύ στη συνεχή εργασία, έτσι ώστε θα γίνει ευχάριστη και διασκεδαστική για αυτούς». Μερικοί έβρισκαν ότι τεσσάρων χρονών ήταν ήδη πολύ μεγάλα. Σύμφωνα με τον Πέρελμαν, «Ο Τζον Λοκ, συχνά θεωρούμενος σαν φιλόσοφος της ελευθερίας, υποστήριζε την έναρξη της εργασίας στην ώριμη ηλικία των τριών». Η παιδική εργασία επίσης ενθουσίαζε τον Ντεφόε, ο οποίο αγαλλιούσε με την προοπτική ότι «παιδιά στα τέσσερα ή στα πέντε χρόνια θα μπορούσαν να κερδίζουν το ψωμί τους.» Αλλά αυτό μας βγάζει εκτός θέματος…

Χαρούμενα πρόσωπα παραγωγικότητας…

Ακόμα και ο Ντέβιντ Χιουμ, αυτός ο μεγάλος ανθρωπιστής, εξήρε την φτώχεια και την πείνα σαν θετικές εμπειρίες για τις κατώτερες τάξεις, και ακόμα κατηγορούσε ότι για την «φτώχεια» της Γαλλίας έφταιγε ο καλός της καιρός και το γόνιμο έδαφος :

“‘Παρατηρείται πάντα στα χρόνια της έλλειψης, αν δεν είναι ακραία, ότι οι φτωχοί δουλεύουν περισσότερο, και πραγματικά ζουν καλύτερα.»

Ο αιδεσιμότατος Τζόσεφ Τάουνσεντ πίστευε ότι ο περιορισμός στην τροφή ήταν η σωστή μέθοδος:

“[Άμεσος] νομικός εξαναγκασμός [στην εργασία]… αντιμετωπίζει μεγάλα προβλήματα, βία και φασαρία…ενώ η πείνα ασκεί  ειρηνική, σιωπηλή, αδιαμαρτύρητη πίεση, αλλά σαν το πιο φυσικό κίνητρο στη βιομηχανία καλεί τα πιο  δυνατά μέτρα εξώθησης…Η πείνα δαμάζει και τα πιο τρομερά ζώα, τους μαθαίνει κοσμιότητα και πολιτισμό, υπακοή και υποταγή ακόμα και τους πιο βάρβαρους, τους πιο ξεροκέφαλους, και τους πιο διεστραμμένους.»

Ο Πάτρικ Καχούν, ένας έμπορος που έστησε την πρώτη ιδιωτική «αποτρεπτική αστυνομική δύναμη» στην Αγγλία, για να αποτρέπει τους εργάτες της αποβάθρας, από το να συμπληρώνουν τους πενιχρούς μισθούς τους με κλεμμένα αγαθά, μας δίνει την πιο διαυγή εξήγηση στο πως η πείνα και η φτώχεια συνδέονται με την παραγωγικότητα και την δημιουργία πλούτου:

Η πείνα είναι εκείνη η κατάσταση και η συνθήκη στην οποία το άτομο δεν έχει αποθηκευμένο πλεόνασμα εργασίας, ή με άλλα λόγια, δεν έχει ιδιοκτησία ή μέσα συντήρησης, αλλά μόνο το παραγόμενο προϊόν που αποδίδει συνεχώς η βιομηχανία στα διάφορα επαγγέλματα της κοινωνίας. Η πείνα είναι λοιπόν ένα σημαντικό και αναπόσπαστο συστατικό της κοινωνίας, χωρίς το οποίο έθνη και κοινωνίες δεν θα υπήρχαν σε πολιτισμένη κατάσταση. Είναι ο κλήρος του ανθρώπου. Είναι η πηγή του πλούτου, αφού χωρίς τη φτώχεια, δεν θα υπήρχε εργασία: δεν θα υπήρχαν πλούτη, λεπτότητα, άνεση, και κανένα κέρδος για αυτούς που κατέχουν πλούτο.

Η περίληψη του Καχούν είναι τόσο ακριβής, που πρέπει να επαναληφθεί. Γιατί ότι ήταν αληθινό για τους Εγγλέζους χωρικούς είναι ακόμα αλήθεια για εμάς:

“Η πείνα είναι λοιπόν ένα σημαντικό και αναπόσπαστο συστατικό της κοινωνίας…Είναι η πηγή του πλούτου, αφού χωρίς τη φτώχεια, δεν θα υπήρχε εργασία: δεν θα υπήρχαν πλούτη, λεπτότητα, άνεση, και κανένα κέρδος για αυτούς που κατέχουν πλούτο».

ΠΗΓΗ

Του Heming Olaussen

Το 2014 είναι έτος πολιτικής επετείου. 2000 χρόνια νωρίτερα η Νορβηγία απέκτησε το Σύνταγμά της (Grunnloven), γεγονός το οποίο γιορτάζεται κάθε χρόνο στις 17 Μαΐου παντού στην χώρα με εκδηλώσεις στα σχολεία και ομιλίες. Και στις 28 Νοεμβρίου είναι τα 20 χρόνια από το τελευταίο ΟΧΙ του Νορβηγικού λαού στην ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Τι συνδέει αυτά τα δύο σπουδαία για την πολιτική ιστορία της Νορβηγίας γεγονότα; Και γιατί το κίνημά μας «Όχι στην ΕΕ» το αποκαλεί διπλή επέτειο και κάνει γι αυτό εκστρατεία;

Το 1814 η Νορβηγία τελούσε υπό την κυριαρχία της Δανίας, επισήμως ήταν ‘ένωση’ αλλά στην πραγματικότητα επρόκειτο για αποικία. Μετά τους Ναπολεόντιους πολέμους η Δανία ήταν απ΄ τους χαμένους και με την Συνθήκη του Κίελου τον Ιανουάριο του 1814 αποφασίστηκε η Νορβηγία να δοθεί στην Σουηδία ως λάφυρο. Αυτό οδήγησε σε ξεσηκωμό στην Νορβηγία. Οι ελίτ (ευγενείς, μεγάλοι ακτήμονες και άλλοι) συγκεντρώθηκαν, αποφάσισαν να απορρίψουν την Συνθήκη του Κιέλου και συγκάλεσαν Συντακτική Εθνοσυνέλευση (Stortinget). Το αποτέλεσμα ήταν το Νορβηγικό Σύνταγμα, το οποίο ψηφίστηκε από αντιπροσώπους του λαού που τους εξέλεξε σε συνελεύσεις στις εκκλησίες σε όλη την χώρα.

Βαθιά επηρεασμένο από την Γαλλική Επανάσταση και το Αμερικάνικο Σύνταγμα, ένα από τα πιο ριζοσπαστικά συντάγματα στην Ευρώπη υιοθετήθηκε και υπεγράφη στις 17 Μαΐου 1814. Η Σουηδία επέβαλε την ένωση με τα όπλα αλλά παρόλ’αυτά η Εθνοσυνέλευση συνέχισε να θεωρεί το Σύνταγμα ως το νομικό πλαίσιο της Νορβηγικής Δημοκρατίας κατά την διάρκεια της ένωσης με τη Νορβηγία μέχρι την Ανεξαρτησία , το 1905. Στην ουσία η Νορβηγία αυτοδιοικείτο εκτός από την εξωτερική πολιτική.

Η υιοθέτηση από την Νορβηγία της αρχής της Λαϊκής Κυριαρχίας ήταν ένα μοναδικό φαινόμενο στην Ευρώπη. Μόλις το κύμα δημοκρατίας της Γαλλικής Επανάστασης πέρασε, όλοι οι βασιλικοί οίκοι ήθελαν να πάρουν εκδίκηση και τα περισσότερα συντάγματα είτε ακυρώθηκαν είτε παραμερίστηκαν. Το Νορβηγικό Σύνταγμα όμως όχι μόνο επέζησε αλλά αποτέλεσε την βάση για την συνεχή προσπάθεια της Νορβηγίας για δημοκρατία μέχρι το 1913 (δόθηκε το δικαίωμα ψήφου στις γυναίκες) και το 1919 (πλήρη πολιτικά δικαιώματα σε όλους ανεξαιρέτως)

«Η Νορβηγία είναι ένα ελεύθερο, ανεξάρτητο, ενιαίο και αδιαίρετο βασίλειο», σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του συντάγματος.

Και ακριβώς γι’ αυτό ήταν η εκστρατεία το 1994 (καθώς και το 1972): έπρεπε η Νορβηγία να συνεχίσει ως ελεύθερο και ανεξάρτητο βασίλειο ή θα έπρεπε η Νορβηγία να υποταγεί σε μια απομακρυσμένη κυβέρνηση στις Βρυξέλλες; Και στα δύο δημοψηφίσματα ο λαός είπε ξεκάθαρα ότι θέλει να κυβερνά ο ίδιος τον εαυτό του και όχι να τον κυβερνούν άλλοι.

Το «Όχι στην Ευρώπη» γιορτάζει τώρα τα 200 χρόνια από το πρώτο Σύνταγμα και τα 20 χρόνια από την νίκη του ΟΧΙ του 1994 ακριβώς στην βάση αυτών των ίδιων αρχών:

Η Νορβηγία κυβερνάται από τον λαό της Νορβηγίας.

Η Νορβηγία είναι ένα ανεξάρτητο και κυρίαρχο κράτος.

Ο αγώνας για το 2014 παραμένει ο ίδιος. Όχι τόσο για την ένταξη στην ΕΕ – περίπου το 70% του λαού λέει ΟΧΙ στην ΕΕ– όσο για την Συνθήκη του Ευρωπαϊκού Οικονομικού Χώρου, σύμφωνα με την οποία γινόμαστε παρ όλ’ αυτά μέλος της ΕΕ σε μια κοινή αγορά και υποχρεωνόμαστε να δεχόμαστε νόμους και οδηγίες, τις οποίες δεν θα έπρεπε να δεχόμαστε ως μη μέλος της ΕΕ.

Έτσι ο αγώνας συνεχίζεται για την ελευθερία, την δημοκρατία και την ανεξαρτησία της Νορβηγίας. Το 2014 όπως το 1994 και το 1814.

*Ο Heming Olaussen είναι επικεφαλής του κινήματος «Όχι στην ΕΕ»

ΠΗΓΗ: www.neitileu.no Μέσω http://www.facebook.com/dimitris.kazakis.5

Ένα από τα μεγαλύτερα μυστήρια όλων των εποχών είναι αυτό της χαμένης Ατλαντίδος. Η Ατλαντίδα άρχισε ως ένας μύθος των περιοχών γύρω από την Μεσόγειο. Η αρχαιότερη ίσως αναφορά στην Ατλαντίδα γίνεται στην αρχαία Αίγυπτο. Ανάλογοι όμως μύθοι εμφανίστηκαν και σε άλλες περιοχές.

Γνωστότερη εκδοχή του μύθου είναι η Ελληνική εκδοχή, όπως μας την παραδίδει ο Πλάτωνας στο έργο του «Τίμαιος». Κατά τον Πλάτωνα, η Ατλαντίδα ήταν μία μεγάλη ήπειρος που βρισκόταν πέρα από τις Ηράκλειες Στήλες (πορθμός του Γιβραλτάρ) και την οποία διοικούσε μία θαυμαστή δύναμη βασιλέων.

Οι Ατλάντιοι, όπως αυτοί εμφανίζονται στον «Τίμαιο», ήταν μία φυλή με επεκτατικές διαθέσεις που προσπάθησε, με μία μόνο επίθεση να καταλάβει όλες τις περιοχές που βρέχονταν από την Μεσόγειο. Ακολούθησε ένας μεγάλος και πολύνεκρος πόλεμος μεταξύ των δυνάμεων της Ατλαντίδας και αυτών της Ευρασίας και της Αφρικής.

Στην πλευρά των αμυνόμενων, διακρίθηκαν οι Αθηναίοι οι οποίοι απώθησαν τους Άτλαντες ελευθερώνοντας τα κατεκτημένα απ’ αυτούς εδάφη και τελικά τους πέταξαν στην θάλασσα. Μετά, όπως λέει ο μύθος, μέσα σε μία μόνο νύκτα, ολόκληρη η Ατλαντίδα βυθίστηκε κάτω από τα κύματα της θάλασσας κι από τότε ο Ατλαντικός Ωκεανός έγινε απροσπέλαστος για τα καράβια τα οποία κατευθύνονταν στην «απέναντι ήπειρο».

Στην ήπειρο που βρίσκεται απέναντι από την Ευρασία, στην Αμερική, οι προκολομβιανοί πολιτισμοί που αναπτύχθηκαν εκεί, αν και ήταν πολιτισμοί ερυθρόδερμων ανθρώπων, μίλαγαν για θεούς και άλλες μυθολογικές μορφές που ήρθαν πέρα από την θάλασσα και που ήταν λευκοί στο χρώμα και γενειοφόροι. Οι μύθοι αυτοί αποκλείεται να ήταν τελείως φανταστικοί καθώς η κόκκινη φυλή δεν είχε γένια άρα, αν δεν είχε έρθει σε επαφή με λευκούς ανθρώπους, δεν θα μπορούσε να φανταστεί πως οι άνθρωποι μπορεί να έχουν γενειάδα ή και να μην είναι ερυθρόδερμοι.

Τόση δε ήταν η πίστη των ιθαγενών Αμερικάνων ότι θα γύρναγαν πίσω οι λευκοί γενειοφόροι θεοί που, όταν ήρθαν από την Ευρώπη οι πρώτοι εξερευνητές και αργότερα οι πρώτοι άποικοι στην Αμερική, οι Ινδιάνοι τους δέχτηκαν με χαρά. Τόσο όμως οι γεωγραφικές γνώσεις των αρχαίων Αιγυπτίων και των αρχαίων Ελλήνων σχετικά με την Αμερική, όσο και η γνώση των προκολομβιανών πολιτισμών για τα βιολογικά χαρακτηριστικά της λευκής φυλής είναι αδύνατον να υπήρξαν αν κάποια μέρη έστω του μύθου της Ατλαντίδος δεν αληθεύουν.

Πλην τούτου, ο μύθος της Ατλαντίδος, ο οποίος κατά τον Πλάτωνα έγινε 9000 χρόνια πριν απ’ αυτόν, δηλαδή μεταξύ του 10000 και του 9500 προ Χριστού, σχετίζεται από πολλούς και με μία ανεπτυγμένη τεχνολογία. Μία τεχνολογία αρκετά προηγμένη για να σβήσει από τον χάρτη μία ολόκληρη ήπειρο μέσα σε μία νύχτα. Η ίδια τεχνολογία με την οποία οι Άτλαντες πέταγαν και προσθαλασσώνονταν στις αμερικανικές ακτές κάνοντας τους εκεί πολιτισμούς να νομίσουν ότι είναι οι θεοί που κατεβαίνουν από τον ουρανό.

Κατά καιρούς έχουν ακουστεί πολλά σχετικά με το τι έκαναν οι Ατλάντιοι στο διάστημα. Κλασσικό παράδειγμα είναι τα πρόσωπα που βρίσκονται στον πλανήτη Άρη τα οποία είναι σχεδόν απίθανο να δημιουργήθηκαν με φυσικό τρόπο. Υπάρχει ακόμα η θεωρία πως ίσως οι Ατλάντιοι να είχαν αποικήσει άλλα ουράνια σώματα εντός ή και εκτός του ηλιακού μας συστήματος, πράγμα που συνεπάγεται πως σε κάποιους πλανήτες στο Σύμπαν μπορεί να υπάρχουν πληθυσμοί που να κατάγονται από Ατλάντιους, Έλληνες ή Αιγύπτιους αποίκους και που, στους αιώνες που θα ακολουθήσουν, θα συναντήσουμε καθώς θα εξερευνούμε το απέραντο Σύμπαν…

Έχοντας στηριχτεί σε αυτήν την θεωρία, δημιουργήθηκε και η καναδοαμερικανικής παραγωγής σειρά επιστημονικής φαντασίας «Stargate Atlantis» κατά την οποία η πόλη-αστρόπλοιο Ατλαντίδα έχει μεταφερθεί σε έναν απομακρυσμένο πλανήτη κάπου στον γαλαξία Πήγασο και προσεγγίζεται από μία αποστολή στρατιωτικών και επιστημόνων που έρχεται από την Γη μέσω μίας Αστροπύλης.

Πέρα όμως από την επιστημονική φαντασία, μήπως τον καιρό πριν τον ελληνοατλαντικό πόλεμο, εμείς οι άνθρωποι σπείραμε το διάστημα με ανθρώπινους πληθυσμούς, κάποιοι από τους οποίους έχουν επιβιώσει ως σήμερα και περιμένουν καρτερικά την πρώτη μας επαφή μαζί τους; Μήπως πάλι ο πόλεμος που άρχισε πριν 12000 χρόνια δεν έχει ακόμα σταματήσει και μαίνεται κάπου εκεί έξω μεταξύ των Ελλήνων και των Ατλάντων αποίκων;

Στην αυγή της 3ης χιλιετίας μ.Χ. λοιπόν, θα κληθούμε άραγε να ερευνήσουμε ένα Σύμπαν με περίεργες μορφές ζωής, ή μήπως ένα Σύμπαν σπαρμένο με ανθρώπους που κάποτε οι πρόγονοί μας έστειλαν εκεί; Το μέλλον θα δείξει…

Υπάρχουν δε πάμπολλες θεωρίες σχετικά με το τι είδους τεχνολογία ήταν αυτή και με το πώς οι Ατλάντιοι την απέκτησαν. Όλες όμως συμφωνούν ότι, ακόμα και σήμερα, δεν έχουμε φτάσει τεχνολογικά στο σημείο όπου είχαν φτάσει οι Άτλαντες.

Γεννάται λοιπόν το ερώτημα: αφού εμείς με την τεχνολογία που είχαμε την δεκαετία του 1960, φτάσαμε στην Σελήνη, οι Άτλαντες οι οποίοι είχαν πολύ μεγαλύτερη τεχνολογική πρόοδο απ’ ότι έχουμε εμείς σήμερα, δεν θα είχαν φτάσει σε άλλα ουράνια σώματα;

Ο Χέρμαν Βίλχελμ Γκαίρινγκ (γερμ. Hermann Wilhelm Göring) (* 12 Ιανουαρίου 1893 στο Ρόζενχαϊμ της Γερμανίας, † 15 Οκτωβρίου 1946 στη Νυρεμβέργη, αυτοκτόνησε) ήταν από τους γνωστότερους γερμανούς πιλότους του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, εθνικοσοσιαλιστής πολιτικός με μεγάλη επιρροή και καταδικασμένος εγκληματίας πολέμου. Κατά την διάρκεια της εξουσίας των εθνικοσοσιαλιστών, ο Γκαίρινγκ εξελίχθηκε μετά από τον Αδόλφο Χίτλερ – τουλάχιστον στο μάτι της δημοσιότητας – δεύτερος σημαντικός πολιτικός του κράτους. Επικεφαλής της επανιδρυθείσας γερμανικής αεροπορίας, της Λούφτβαφφε, την οποία κυβερνούσε σχεδόν ως προσωπικό φέουδο, ο Γκαίρινγκ υπήρξε επίσης Υπουργός Εσωτερικών και Πρωθυπουργός του ομόσπονδου κρατιδίου της Πρωσίας, θέσεις από τις οποίες ίδρυσε την Γκεστάπο και τα πρώτα στρατόπεδα συγκέντρωσης για πολιτικούς αντιφρονούντες, υπεύθυνος του τετραετούς πλάνου επανεξοπλισμού από το 1936, και από τους κύριους ιθύνοντες της εκκαθάρισης των SA και των αναίμακτων προσαρτήσεων της Αυστρίας και της Σουδητίας το 1938. Η τερατώδης φιλοχρηματία, η επιδεικτικότητα αλλά και η φιλοδοξία του ήταν γνωστή σε ολόκληρο το Ράιχ.

Κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, οι αποτυχίες της Λούφτβαφφε από το 1941 και ύστερα, καθώς και εσωκομματικές αντιπαλότητες, οδήγησαν στην σταδιακή μείωση της δύναμής του, ιδιαίτερα εις όφελος των SS. Μετά το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου και την ήττα της Γερμανίας συνελήφθη απο τους αγγλοαμερικανούς. Κατά την διάρκεια της περιβόητης Δίκης της Νυρεμβέργης έφερε σε πολύ δύσκολη θέση τους δικαστές και τους κατήγορούς του. Αυτοκτόνησε σε φυλακή της Νυρεμβέργης τον Οκτώβριο του 1946, λίγες ώρες πριν από την εκτέλεση του, αφού είχε καταδικαστεί σε θάνατο.

Σήμερα θα σας παρουσιάσουμε ένα βίντεο από εκδήλωση στην Ιταλία της Forza Nuova(ιταλικής ακροδεξιάς οργάνωσης)όπου συγκεκριμένα στο 3:27 ο κύριος Μιχαλολιάκος χρησιμοποιεί τα λόγια του Χέρμαν Βίλχελμ Γκαίρινγκ στη δίκη της Νυρεμβεργης:Θα ξαναγυρίσουμε και η γη θα τρέμει.Τελικά τα φιλοναζιστικά παραληρήματα δεν είναι αποτέλεσμα καποια νεανικής επιπολαιότητητά του όπως ισχυρίζονται ορισμένοι τελευταία,αλλά ιδεολογική τοποθέτηση της χρυσής αυγής.Σε προηγούμενο άρθρο μας είχαμε αναφερθεί στη σχέση της χιτλερικής Γερμανίας με το παγκόσμιο τραπεζικό σύστημα εκτός φυσικά όλων των άλλων εγλημάτων κατά της ανθρωπότητας τα οποία διέπραξε.Δεδομένης της πλήρης αποχής της Χρυσής Αυγής από κάθε προσπάθεια αντίστασης κατά του τραπεζικού και διεθνούς επειχειρηματικού κατεστημένου είναι προφανής ο παραπλανητικός και σκοτεινός ρόλος της στην προσπάθεια του ελληνικού λαού γαι απελευθέρωση.

                                                     ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Ο Αριστοτέλης ( 384 – 322 π.Χ. ) ήταν αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος και πολυεπιστήμονας, μαθητής του Πλάτωνα και διδάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Μαζί με το δάσκαλό του Πλάτωνα αποτελεί σημαντική μορφή της φιλοσοφικής σκέψης του αρχαίου κόσμου, και η διδασκαλία του διαπερνούσε βαθύτατα τη δυτική φιλοσοφική και επιστημονική σκέψη μέχρι και την Επιστημονική Επανάσταση του 17ου αιώνα. Υπήρξε φυσιοδίφης, φιλόσοφος, δημιουργός της λογικής και ο σημαντικότερος από τους διαλεκτικούς της αρχαιότητας.

Ο γενναίος καθορίζεται με βάση τον ανθρώπινο φόβο και το ανθρώπινο θάρρος δηλαδή αν κάποιος δείχνει θάρρος εκεί που οι περισσότεροι ή όλοι φοβούνται, είναι τότε γενναίος. Επίσης επειδή το θεωρεί καλό και μπορεί να ενεργεί έτσι ακόμα κι αν δεν είναι κανένας παρών.

Δεν πρέπει να χαρακτηρίσουμε γενναίο εκείνον που έχει θάρρος χάρη στην πείρα του όπως οι επαγγελματίες στρατιώτες γιατί χάρη στην πείρα τους ξέρουν ότι σε τούτο τον τόπο ή ή τον χρόνο ή κάτω απ ‘τις συγκεκριμένες συνθήκες δεν μπορούν να πάθουν κακό. Επίσης ούτε, και όσοι δεν έχουν πείρα σχετικά με τις ενδεχόμενες συνέπειες, πρέπει να χαρακτηριστούν γενναίοι γιατί είναι απελευθερωμένοι από τον φόβο της απειρίας τους.

Υπάρχουν κι εκείνοι που θεωρούνται γενναίοι εξ αιτίας των παθών τους όπως οι ερωτευμένοι ή οι θρησκευόμενοι. Ούτε αυτούς τους λέμε γενναίους, διότι αν τους στερήσουμε το πάθος τους, παύουν να είναι γενναίοι.

Ούτε είναι ανδρεία όταν οι άνθρωποι υπομένουν τον κίνδυνο από ντροπή μπροστά στους συμπολίτες τους.

Όχι πως η ανδρεία εμφανίζεται σε κάποιον χωρίς καθόλου πάθος και ορμή. Αλλά η ορμή πρέπει να προέρχεται από τη λογική και να κατευθύνεται προς το καλό. Όποιος λοιπόν ωθείται από λογική ορμή και αντιμετωπίζει τον κίνδυνο για χάρη του καλού, είναι γενναίος.

Δε σημαίνει όμως επειδή δείχνει πάθος και ορμή την ώρα της ανδρείας πράξης, ότι ο γενναίος άνθρωπος δεν φοβάται καθόλου.

Γιατί δεν είναι γενναίος ένας άνθρωπος που δεν φοβάται τίποτα.

Τότε και οι πέτρες και τα άλλα άψυχα θα ήταν γενναία.

Είναι αναγκαίο να αντιμετωπίζει τον κίνδυνο, παρά το ότι νιώθει τον φόβο διαφορετικά, αν τον αντιμετωπίζει χωρίς να νιώθει φόβο, δεν είναι γενναίος.»

Αριστοτέλης – ΜΕΓΑΛΑ ΗΘΙΚΑ

Σαν σήμερα, 11 Νοεμβρίου 1990, έφυγε από τη ζωή ο Γιάννης Ρίτσος. Ο ποιητής που έταξε την έμπνευσή του στην Αριστερά και συνδέθηκε όσο λίγοι με τους εργατικούς αγώνες, την εθνική αντίσταση και τον αγώνα κατά της δικτατορίας, γεννήθηκε την ημέρα της εργατικής πρωτομαγιάς, την 1η Μαΐου του 1909.

Ένα σύντομο βιογραφικό

Γεννήθηκε στη Μονεμβάσια την Πρωτομαγιά του 1909 και πέθανε στην Αθήνα το Νοέμβριο του 1990, αφήνοντας πίσω του πάνω από εκατό ποιητικές συλλογές και συνθέσεις, εννέα πεζογραφήματα, τέσσερα θεατρικά, πολλές μεταφράσεις, και χρονογραφήματα καθώς και 50 ανέκδοτες συλλογές ποιημάτων. Ήταν γιος κτηματία που ξέπεσε οικονομικά.

Νέος ήρθε στην Αθήνα όπου πέρασε δύσκολα χρόνια γεμάτα στερήσεις και κακουχίες. Μόλις τέλειωσε τις εγκύκλιες σπουδές του γράφτηκε στη σχολή χορού Μοριάνοβ και για ένα διάστημα συμμετείχε σαν χορευτής στη Λυρική Σκηνή. Η από τις στερήσεις κλονισμένη υγεία του τον ανάγκασε να αφήσει το χορό και να ασχοληθεί μονάχα με την ποίηση, ενώ για τα προς το ζην εργαζόταν σε διάφορους εκδοτικούς οίκους.

Το 1921 άρχισε να συνεργάζεται με τη «Διάπλαση των Παίδων». Συνεισέφερε επίσης ποιήματα στο φιλολογικό παράρτημα της «Μεγάλης Ελληνικής Εγκυκλοπαίδειας» του Πυρσού. Το 1934 εκδόθηκε η πρώτη ποιητική συλλογή του με τίτλο «Τρακτέρ», ενώ ξεκίνησε να δημοσιεύει στο «Ριζοσπάστη» τη στήλη «Γράμματα για το Μέτωπο».

Την ίδια χρονιά γίνεται μέλος του ΚΚΕ στο οποίο παρέμεινε πιστός μέχρι το θάνατό του. Το 1935 κυκλοφορούν οι «Πυραμίδες», το 1936 ο «Επιτάφιος» και το 1937 «Το τραγούδι της αδελφής μου». Το 1956 λαμβάνει το Α´ Κρατικό Βραβείο Ποίησης για τη «Σονάτα του Σεληνόφωτος», ενώ ακολουθούν λαμπρά έργα όπως η «Ρωμιοσύνη», τα «Δεκαοχτώ λιανοτράγουδα της πικρής πατρίδας», ο «Ύμνος και θρήνος για την Κύπρο», η «Η Κυρά των Αμπελιών», κ.α.

Ο Γιάννης Ρίτσος γράφει ασταμάτητα και η αναγνώριση έρχεται η μία μετά την άλλη. Τα έργα του μεταφράζονται σε πολλές ξένες γλώσσες και ο Ρίτσος γίνεται ευρύτερα γνωστός. Το 1968 προτάθηκε για το βραβείο Νόμπελ ενώ έλαβε πλήθος διεθνών βραβείων.

Ενδεικτικά: «Μέγα διεθνές βραβείο ποίησης» (Βέλγιο, 1972), διεθνές βραβείο «Γκεόργκι Δημητρώφ». (Βουλγαρία, 1975), μέγα βραβείο ποίησης «Αλφρέ ντε Βινύ» (Γαλλία, 1975), διεθνές βραβείο «Αἴτνα-Ταορμίνα» (Ἰταλία, 1976), «βραβείο Λένιν για την ειρήνη» (ΕΣΣΔ, 1977), διεθνές βραβείο «Μποντέλο» (1978). Ο Γάλλος ποιητής Αραγκόν θα πει ότι ο Ρίτσος είναι ο μεγαλύτερος ποιητής του αιώνα, ενώ ο Χιλιανός Νερούντα τη στιγμή της βράβευσης του με το Νόμπελ θα πει ότι ο Ρίτσος είναι καλύτερος από αυτόν.

Ο Γιάννης Ρίτσος φυλακίστηκε, εξορίστηκε και εκτοπίστηκε πολλές φορές για τα πολιτικά του πιστεύω. Συγκεκριμένα συλλαμβάνεται τον Ιούλιο του 1948 και εξορίζεται στη Λήμνο, κατόπιν στη Μακρόνησο (Μάης 1949) και το 1950 στον Άι Στράτη. Τον Αύγουστο του 1952, αφήνεται τελικά ελεύθερος και γίνεται μέλος της Ενιαίας Δημοκρατικής Αριστεράς, αφού, το Κομμουνιστικό Κόμμα είχε τεθεί εκτός νόμου. Ο λαός σε όποια πολιτική παράταξη κι αν ανήκει δεν μπορεί να μείνει ασυγκίνητος από το έργο του Ρίτσου. Ο ποιητής μιλάει για ειρήνη, για κοινωνική δικαιοσύνη, για ανθρωπιά. Δεν μπορεί παρά να συγκινεί και να συγκινείται…

Οι μεγάλοι αγώνες μέσα από το έργο του

Τεράστιο και σημαντικό το έργο του. Ο Μίκης Θεοδωράκης είχε πει «Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στην απέραντη εκτίμηση, στον θαυμασμό και στην αγάπη που τρέφω για τον Γιάννη Ρίτσο. Ο Ρίτσος μας δίδαξε ότι η μεγάλη ποίηση και οι μεγάλοι ποιητές μπορούν να ταυτιστούν με τη ζωή του πολίτη. Ο «Επιτάφιος» συνδέθηκε με τους εργατικούς αγώνες του λαού, η «Ρωμιοσύνη» με την εθνική αντίσταση, τα «Λιανοτράγουδα» με τους αγώνες κατά της δικτατορίας. Εγώ πρόσφερα απλώς το «όπλο» για να σπάσουμε τα τείχη της μπουρζουαζίας και να μπούμε σε κάθε σπίτι. Ήταν από μέρους μου μια ηθελημένη επαναστατική πράξη, με στόχο να δοθεί ένα άλλο νόημα στο τραγούδι, αλλά και μια ελπίδα στο λαό. Τελικά, επηρεάσαμε και την αισθητική του, ενώ η επικοινωνία της τέχνης με το λαό όχι μόνο επετεύχθη, αλλά πήρε αργότερα διαστάσεις ανέλπιστες…».

Δείτε επίσης: Γιάννης Ρίτσος – Αυτοβιογραφία

ΠΗΓΗ

«Η διακριτική μεταχείριση των ανθρώπων από τη φύση είναι ένας νόμος που τον έκαμε παρανομία η επέμβαση του ανθρώπου με την εισαγωγή του αιτήματος της άκριτης ισότητας μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι.
Αιτία αυτής της επέμβασης ήταν από το ένα μέρος η λαιμαργία και η οίηση των από τη φύση ευνοημένω

ν, και από το άλλο η υστέρηση και ο φθόνος των από τη φύση ανεπίλεκτων.
Και στις δύο περιπτώσεις ένα στενόκαρδο, πλεγματικό, και κοντόθωρο – που στη βάση του όμως βρίσκουνται καθαρά υλιστικές προκείμενες – αντίκρυσμα του φαινομένου της ποικιλίας ως προς τις φυσικές δωρεές επεξεργάστηκε το αφύσικο πλαίσιο του ανταγωνιστικού νόμου μέσα στον ιστορικό κόσμο.
Στην πρώτη περίπτωση η τυφλή και τυχαία γενναιοδωρία της φύσης σε κάποιον παίρνει από τον ίδιο ή τον περίγυρό του υβριστικά και αυθαίρετα το νόημα και το χρίσμα μιας κανονικότητας, που οφείλει να συνεχιστεί απαράβατη επί γενεές γενεών, παρόλο ότι η σπερματική του διαδοχή ενδέχεται να εμφανίσει όλα τα υποδείγματα της ολιγοφρένειας, της ανηθικότητας, της διαστροφής, και της αναπηρίας. Το φαινόμενο τούτο είναι ό,τι σχηματικά και απλουστευμένα ονομάζουμε σήμερα «κατεστημένη τάξη».
Στη δεύτερη περίπτωση η λιγότερη ή περισσότερη δυσμένεια και φειδώ της φύσης ή της τύχης στους πολλούς επιδεινωμένη από την ομόλογη περιβαλλοντική ενθάρρυνση –την κακή μόρφωση, τους ανίκανους άρχοντες, την οικονομική κακοπραγία κ.λ.π.- και αποθηριωμένη από το μένος της κατεστημένης τάξης στην εμμονή της να κατακρατά το κέρας της Αμάλθειας, μεταβάλλεται σε μια «επαναστατική νοοτροπία», που εμπνέεται από την πεποίθηση ότι ο δρόμος για να αυτοπραγματωθεί ο άνθρωπος δεν είναι να καταξιώσει τα δικά του ελάσσονα, αλλά να απαξιώσει τα ξένα πλείονα στοιχεία.
Το αίτημα της άκριτης ισότητας, όντας άγνωστο στην Ελλάδα της ακμής, εμφανίζεται στην ιστορία με τη διδασκαλία του χριστιανισμού.
Και ο λόγος που το γέννησε ήταν αναγκαίος: το μυσαρό γήρας της στιβαρότερης μονοκρατορίας που γνώρισε ο άνθρωπος• και το αποτέλεσμα στο οποίο οδήγησε ήταν κοσμοϊστορικό: η ήσυχη και άοπλη κατασυντριβή της Ρώμης.
Στη νεώτερη εποχή το αίτημα της άκριτης ισότητας επαναβίωσε με τη γαλλική επανάσταση και κατεπέκταση με το σοσιαλιστικό κατακλυσμό.
Οι νέες παράμετροι της ιστορικής εξέλιξης –η επιστήμη, η μηχανή, ο υπερπληθυσμός, και η παγκοσμιότητα- τροποποιώντας και διευρύνοντας την αρχική απλή θέση του προβλήματος σε μια τερατώδη και αξεδιάλυτη μάζα διαπλοκών και συναρτήσεων, δεν αφήνουν να φανεί ότι το πρόβλημα στη βάση του παραμένει αμετάβλητο, και εξακολουθεί νά ‘ναι η επέμβαση του ανθρώπου στη διακριτική μεταχείρισή του από τη φύση.
Από την άποψη αυτή ο ισχυρισμός ότι η γαλλική επανάσταση και ο συνακόλουθος σοσιαλισμός με την πολεμική που άσκησαν εναντίον της αναστύλωσαν την πολιτική πλευρά του χριστιανισμού, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που και ο Λούθηρος, όπως έδειξε ο Νίτσε, με τον πόλεμο που σήκωσε ενάντια στον Πάπα αναστύλωσε εν αγνοία του το ρωμαιοκαθολικισμό την έσχατη ώρα της κατάρρευσής του, όχι μόνο δεν φαίνεται παράλογος, αλλά είναι νομίζω και το κλειδί της ερμηνείας όλων των παραλογισμών και των αντιφάσεων που εμφανίζει σήμερα το πρόβλημα της παγκόσμιας πολιτικής.
Εάν εξεταστεί το αίτημα της άκριτης ισότητας στη ρίζα του γενετικού του λόγου, θα βρούμε ότι το επινόησε η ανάγκη του ανθρώπου να διατηρήσει την ισορροπία και τη δικαιοσύνη μέσα στον κοινωνικό κόσμο, όταν υπερβαίνοντας το ιδεώδες του εσθλού* ξέπεσε στις κατηφόρες ενός βιοτικού τρόπου λιγότερο ή περισσότερο αυθεντικού.
Εντούτοις το δύσκολο και το λαμπρό ήταν ένα: να ζήσει ο άνθρωπος σύμφωνα με τη φυσική τάξη. Να εμπιστευθεί δηλαδή των εαυτό του στην αρχή της φυσικής δικαιοσύνης που περιχωρεί ολόκληρη της ιδέα της διακριτικής μεταχείρισης του ανθρώπου από τη φύση. Ο τρόπος αυτός προϋποθέτει μεγαλοψυχία, που ο άνθρωπος ήταν πολύ δύσκολο να διαθέσει.
Η έλλειψη αυτής της ψυχικής χωρητικότητας μετά την εποχή της ελληνικής ακμής κατάστησε ουτοπικό το ιδεώδες του εσθλού, και υποχρέωσε τον άνθρωπο να αναζητήσει τρόπους ζωής τόσο ευκολότερα βατούς όσο περισσότερο αφύσικους.
Στη μεταβολή αυτή προχώρησε αντικαθιστώντας την ιδέα της φυσικής τάξης με την επινόηση της ανθρώπινης ισότητας.
Κοντολογής, από τη στιγμή που εξέπεσε ο άνθρωπος από το ιδεώδες του εσθλού, όλα τα ιδεώδη που αναζήτησε και πραγμάτωσε φέρνουν την ανεξίτηλη σφραγίδα της π α ρ α κ μ ή ς. Της παρακμής με την έννοια της απόκλισης από το φυσικά αληθινό και το φυσικά νόμιμο.»
_______________________________
*«Η λέξη εσθλός έχοντας τη ρίζα της στο ρήμα ειμί σημαίνει εκείνον που ε ί ν α ι. Εκείνον που υπάρχει έξω από τις μεταβλητές του γίγνεσθαι, τις συνθήκες της ροής και τους όρους της κύκλησης.
Ό,τι του ανθρώπου μένει αλώβητο από τη φθορά, μακρυά από τα θέσμια και τις συμβατικότητες της λογικής και της επινόησης, σ’ ένα συντονισμό με τα μόνιμα μόνιμο και σε μια διομολόγηση με την αφθαρσία, ό,τι σώζει σταθερά τη διαλεκτική της πράξης μας με την ανώλεθρη μοίρα του όντος, αυτό είναι το εσθλό. Και τούτο κάνει τον άνθρωπο εσθλό.
Εσθλός είναι ο αληθινός, ο πραγματικός, ο όντας με την παρμενίδεια σημασία του όρου.»

Δημήτρης Λιαντίνης – «Homo Educandus».

  Τώρα που επιτέλους ξυπνάμε και συνειδητοποιούμε πως πολλά προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα είναι προγραμματισμένα να τα ζήσουμε χρόνια πριν γεννηθούμε καν, τώρα είναι η ώρα να αναγνωρίσουμε τα σχέδια των ανθρώπων-σχεδιαστών που καλλιτέχνησαν πάνω σ’αυτό το Μά(ν)τριξ. Ενωμένοι, με κοινούς στόχους και κοινούς αντιπάλους. Και ο δρόμος για αυτό είναι η γνώση. Η γνώση. Και αυτή, τιθασευμένη στο μυαλό, ανοίγει τον δεύτερο δρόμο. Τον δρόμο προς τη σοφία. Αφυπνιστείτε Έλληνες, η ώρα δεν έρχεται.. Ήρθε και σχεδόν πέρασε!

«…Ο καπιταλισμος δεν χρησιμοποιει μια τεχνολογια, ουδετερη καθαυτην, για καπιταλιστικους σκοπους. Ο καπιταλισμος δημιουργησε μια καπιταλιστικη τεχνολογια που δεν ειναι καθολου ουδετερη. Το πραγματικο νοημα αυτης της τεχνολογιας δεν ειναι καν να αναπτυξει την παραγωγη για την παραγωγη· ειναι κατα πρωτο λογο να κυριαρχησει πανω στους παραγωγους και να τους υποταξει.

Η καπιταλιστικη τεχνολογια χαρακτηριζεται βασικα απο την προσπαθεια της να εξαλειψει τον ανθρωπινο ρολο του ανθρωπου στην παραγωγη – και στις ακραιες της συνεπειες να εξαλειψει τελειως τον ανθρωπο απο την παραγωγη. Το οτι σ’αυτη την περιπτωση, οπως και σε οποιαδηποτε αλλη, ο καπιταλισμος δεν καταφερνει να πραγματοποιησει τη βαθια του ταση (αν το καταφερνε, θα κατερρεε αμεσως) δεν αναιρει αυτο που λεμε. Αντιθετα, επιτρεπει να δουμε καθαρα μια αλλη πλευρα της αντιφασης και της κρισης του.

Ο καπιταλισμος δεν μπορει να υπολογιζει στη θεληματικη συνεργασια των παραγωγων· αντιθετα, ειναι υποχρεωμενος να αντιμετωπιζει την εχθροτητα τους, στην καλυτερη περιπτωση την αδιαφορια τους, οσον αφορα την παραγωγη. Επομενως,πρεπει ο ρυθμος της εργασιας να επιβαλλεται απο τη μηχανη. Αν αυτο δεν ειναι δυνατο, πρεπει η μηχανη να επιτρεπει τη μετρηση της πραγματοποιουμενης εργασιας. Σε καθε παραγωγικη διαδικασια, η εργασια πρεπει να μετριεται, να καθοριζεται, να ελεγχεται απεξω – διαφορετικα αυτη η διαδικασια δεν εχει νοημα για τον καπιταλισμο[…]

…Υπαρχει…τετοια διαδικασια ‘‘φυσικης επιλογης’’ των εφευρεσεων που εφαρμοζονται στη βιομηχανια ωστε να εφαρμοζονται, κατα προτιμηση ή αποκλειστικα, οι εφευρεσεις που αντιστοιχουν στη βασικη αναγκη του καπιταλισμου να εχει να κανει με μια εργασια μετρησιμη, ελεγξιμη, αντικαταστασιμη. Δεν υπαρχει καπιταλιστικη φυσικη ή χημεια… υπαρχει ομως μια καπιταλιστικη τεχνολογια… Απο τη στιγμη που η αναπτυξη της επιστημης και της τεχνικης επιτρεπει την επιλογη αναμεσα σε πολλες δυνατες μεθοδους, μια κοινωνια θα διαλεξει αναποφευκτα τους τροπους που εχουν νοημα γι’αυτην, που ειναι ‘‘ορθολογικοι’’ μεσα στο πλαισιο της ταξικης της λογικης…» [ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΥ-Υψιλον- σελ.95-96]

.

* «…Ο καπιταλιστικος ανορθολογισμος εχει μια αμεση και συγκεκριμενη εκφραση, επειδη μεταχειριζεται τους ανθρωπους στην παραγωγη σαν απλα μεσα, τους μετασχηματιζει σε αντικειμενα, σε πραγματα. Αλλα ακομα και στην αλυσιδα συναρμογης, η παραγωγη βασιζεται στους ανθρωπους ως ενεργα και συνειδητα οντα. Ο μετασχηματισμος του εργατη σε απλο εξαρτημα της μηχανης (πραγμα που ο καπιταλισμος επιδιωκει σταθερα, χωρις ποτέ να το πραγματωνει πληρως) συγκρουεται μετωπικα με την αναπτυξη της παραγωγης… Απο καπιταλιστικη σκοπια, αυτη η αντιφαση εκφραζεται απο την ταυτοχρονη προσπαθεια, αφενος, να περιοριστει η εργασια στην απλη εκτελεση [αυστηρα καθορισμενων- χρονομετρημενων- τυποποιημενων κινησεων- Τεϋλορισμος] και αφετερου γινεται διαρκης εκκληση και προσφυγη στην εκουσια και συνειδητη συμμετοχη του εργατη, στην ικανοτητα του να κατανοει και να πραττει πολυ περισσοτερα απ’οσα θεωρειται οτι πρεπει να κατανοει και να πραττει…

Οπως ειπε ενας συντροφος απο τα εργοστασια Ρενω, ζητουν απο τον εργατη να συμπεριφερεται ταυτοχρονα ‘‘σαν ρομποτ και σαν υπερανθρωπος’’. Εκει βρισκεται μια πηγη ατελειωτων αντιφασεων και αγωνων σε ολα τα εργοστασια, ορυχεια, εργοταξια, και εργαστηρια του συγχρονου κοσμου…» [σελ.169]

* «…Η συνειδητη μεταμορφωση της τεχνολογιας θα ειναι το κεντρικο καθηκον μιας κοινωνιας ελευθερων εργαζομενων[…] Η παραγωγη ειναι μεσο για να εκπληρωθουν ανθρωπινοι στοχοι – ο ανθρωπος δεν ειναι μεσο για να εκπληρωθει η παραγωγη.[…] Ασφαλως θα καταργηθουν οι εργασιακες νορμες που επιβαλλονται απεξω… Ο συντονισμος της εργασιας θα γινεται μεσω αμεσων επαφων και της συνεργασιας. Ο ακαμπτος καταμερισμος της εργασιας θα αρχισει να εξαλειφεται μονομιας λογω της ανακυκλωσης των ανθρωπων μεταξυ τομεων κι εργασιων…

Οι εργαζομενοι, οταν αναλαβουν οι ιδιοι τη διαχειριση της παραγωγης, θα αρχισουν να προσαρμοζουν τα μηχανηματα… στις δικες τους αναγκες, αναγκες ανθρωπινων οντων. Ο συνειδητος μετασχηματισμος της τεχνολογιας θα ειναι ενα απο τα κρισιμοτερα καθηκοντα… Η εργασια θα παψει να ειναι ‘‘το βασιλειο της αναγκαιοτητας’’, θα γινει ενα πεδιο στο οποιο οι ανθρωποι ασκουν τη δημιουργικη δυναμη τους.[…]

[Μιλαμε για] ελευθερια των ανθρωπων να αποφασιζουν συλλογικα και ατομικα τι θα καταναλωνουν, πως θα παραγουν, πως θα εργαζονται… ποσο θα δουλευουν, ποσο θ’αναπαυονται… Κι ελευθερια να διευθυνουν τη ζωη τους σ’αυτο το κοινωνικο πλαισιο[…] Ειναι αποφασεις στις οποιεςολοι θα επρεπε να συμμετεχουν, δεν ειναι αποφασεις που θα μπορουσε κανεις να τις αφησει σε… ‘‘επαγγελματιες ειδημονες’’· πολυ γρηγορα αυτοι οι ειδημονες θα αρχιζαν να παιρνουν αποφασεις για τα δικα τους συμφεροντα. Η κυριαρχη θεση τους στη διευθυνση της παραγωγης θα τους εδινε αμεσως εναν κυριαρχο ρολο και στη διανομη του κοινωνικου προϊοντος. Η βαση λοιπον καινουριων ταξικων σχεσεων θα ξαναμπαινε πραγματικα και αποτελεσματικα.[…]

[Δεν ενδιαφερομαστε] για την αυξηση της παραγωγης και της καταναλωσης του σημερινου τυπου. Μια τετοια αυξηση δεν θα μπορουσε παρα να οδηγησει, μεσα απο αναριθμητους δεσμους και συνδεσμους, σε περισσοτερο καπιταλισμο… Η ελευθερια δεν θα ξεπηδησει αυτοματα απο την αναπτυξη της παραγωγης. Δεν πρεπει να τη συγχεουμε με τις δραστηριοτητες του ελευθερου χρονου. (Σε μια αλλοτριωμενη κοινωνια, η ‘‘αναψυχη’’, τοσο στη μορφη οσο και στο περιεχομενο της, δεν ειναι παρα μια απο τις εκφρασεις της αλλοτριωσης.) Για το ανθρωπινο ον, ελευθερια δεν ειναι η αεργια αλλα η ελευθερη δραστηριοτητα…» [σελ.177/178/181]

* «(…) Ο ιδιος ο Μαρξ ηταν συμμετοχος του κοινωνικου φαντασιακου του καπιταλισμου. Πιστευε, οπως και η καπιταλιστικη ιδεολογια, οτι ο κεντρικος τομεας της ανθρωπινης ζωης ειναι η παραγωγη. Ας μη βαυκαλιζομαστε με αυταπατες· ουδεποτε στην ιστορια ο κεντρικος τομεας της ανθρωπινης ζωης υπηρξε η παραγωγη. (…)

Η κεντρικοτητα της παραγωγης ειναι δημιουργημα του καπιταλισμου· αυτο το φαντασιακο που δημιουργει ο καπιταλισμος, η ιδεα οτι ηρθαμε στον κοσμο για να παραγουμε πραγματα, ειναι τερατωδες. Να παραγουμε και οχι να δημιουργουμε, να κανουμε ποιηματα, να ζωγραφιζουμε, να κανουμε τρελες κτλ. Αλλα επι οκτω ωρες την ημερα να συγκεντρωνουμε ολη μας την προσοχη και τις δυναμεις στη συναρμολογηση βιδων και κομματιων ωστε να βγαινουν απο αυτη τη δραστηριοτητα πραγματα.

Αυτο ειναι η φαντασιακη σημασια του καπιταλισμου, η οποια πραγματοποιηθηκε σταδιακα και την οποια συμμεριζοταν πληρως ο Μαρξ προεκτεινοντας την ακριτα στο συνολο της ανθρωπινης ιστοριας.

Ο Μαρξ συμμετειχε στην καπιταλιστικη μυθολογια της προοδου, οτι η ανθρωπινη ιστορια ειναι μια ιστορια συνεχους προοδου· πραγμα που δεν ειναι με κανενε τροπο αληθεια [παρα μονο] στο πεδιο το στενα τεχνικο και το στενα λογικο (και εκει ακομα με διακοπες). [Οπως συμμετειχε] και στον ορθολογιστικο επιστημονισμο της εποχης του, δηλ. στην ιδεα οτι η επιστημη θα λυσει ολα τα προβληματα.

[Επισης συμμετειχε] χωρις συζητηση στο φαντασμα της δηθεν ορθολογικης δηθεν κυριαρχιας του ανθρωπου πανω στη φυση, το οποιο γινεται φαντασμα και κυριαρχια πανω στους αλλους ανθρωπους , και της απεριοριστης επεκτασης αυτης της δηθεν ορθολογικης δηθεν κυριαρχιας… Σημερα ουδεις κυριαρχει στην εξελιξη της ανθρωποτητας… ουτε ο Μπους, ουτε η Γουωλ Στρητ, ουτε οι καπιταλιστες, ουτε οι επιστημονες… Πηγαινει σαν τρελο ποταμι παραγοντας συνεχως περισσοτερα πραγματα, των οποιων δεν γνωριζουμε ποια θα ειναι τα αποτελεσματα [πραγμα που] δεν μπορει κανεις να το πει ορθολογικο. (…)

Σε καμια στιγμη δεν σκεφτεται ο Μαρξ να κανει κριτικη της καπιταλιστικης τεχνολογιας. Καθαρα χεγκελιανος σ’αυτο το σημειο, πιστευει οτι η καπιταλιστικη τεχνικη ειναι η ενσαρκωση του ανθρωπινου πνευματος μεσα στα μεταλλα και τα μηχανηματα, δηλ. οτι ειναι απολυτα ορθολογικη… ενω ειναι καπιταλιστικη τεχνικη… ορθολογικη μονο σε σχεση με τους σκοπους του καπιταλισμου και οχι με μια απολυτη εννοια.

Πιστευε οτι η οργανωση του καπιταλιστικου εργοστασιου, δηλαδη της εργασιας και της παραγωγης, ειναι ορθολογικη ενω στην πραγματικοτητα δεν ειναι. Ο Μαρξ μενει τυφλος μπροστα στο πολιτικο φαινομενο της γραφειοκρατιας… διοτι οντας και ο ιδιος σχεδον οικονομιστης δεν μπορει να δει στη γραφειοκρατια παρα μονο μια οικονομικη δομη, ενω φυσικα η γραφειοκρατια, ακομα και μεσα στην επιχειρηση, ειναι μια δομη εξουσιας και οχι οικονομικη δομη.(…)» [Ο ΘΡΥΜΜΑΤΙΣΜΕΝΟΣ ΚΟΣΜΟΣ/ σ.155-160]

πηγή : http://isotita.wordpress.com

Αρέσει σε %d bloggers: