Παρασκευή, αρχές Οκτωβρίου του ’86, μόλις έχει τελειώσει η σχολική εβδομάδα. Καθώς οι παρέες ενώνονται και κατηφορίζουν σ΄ένα φαρδύ παράδρομο προς το κέντρο της πόλης, πέφτω πάνω στους κολλητούς το Ντίνο και το Σώτο, απ΄το διπλανό Λύκειο.
Με τη μία καταλαβαίνω ότι κάτι τρέχει.
Ο Σώτος κοιτάει τις μπότες του και δαγκώνει σκυφτός ένα Μάρλμπορο.
Το στόμα του έχει κρεμάσει προς τα κάτω, σε μια γκριμάτσα που έχω δει μόνο σε κάτι παραιτημένους γεροντάρες σε συνοικιακά καφενεία.

«Άσε ρε μ@λ@#α, σκοτώθηκε ο Κλιφ Μπάρτον, ρε μ@λ@#α . γ@μ&$έ τα να’ ουμ’.». Λιτός και περιεκτικός.
Τα πώς, τα γιατί και τα δηλαδή λύθηκαν γρήγορα.
Το λεωφορείο που μετέφερε τους Μetallica στην περιοδεία τους στη Σουηδία, ντελαπάρισε και  ο Cliff Burton κοιμόταν στη λάθος πλευρά. ΣΟΚ!
Ο Σωτήρης δε μιλιόταν. Το γκρουπ που είχε βγάλει τον καλύτερο μέταλ δίσκο της χρονιάς δεν υπήρχε πια.
Μόλις πριν καμιά δεκαριά μέρες μου είχε βάλει ν΄ακούσω όλη την πρώτη πλευρά του «
Master Of Puppets» και αυτός ο ήχος που έβγαινε από τα ηχεία ήτανε συνταρακτικός.
Τα δύο επόμενα χρόνια – τόσο κράτησε η παθιασμένη σχέση μου με το γκρουπ – αντίκριζα με δέος τις φωτογραφίες του Μπάρτον σε εξώφυλλα, εσώφυλλα, αφιερώματα, αφίσες.
Έμοιαζε τόσο πιο μεγάλος από τους άλλους τρεις, πιο συνειδητοποιημένος.
Με το αραιό μουστάκι του, ντυμένος στα τζην πάνω-κάτω, με καμπάνες και μαλλί σέβεντυς μέχρι τη μέση, γάντι με κομμένα δάχτυλα και μπλούζες Samhain και Blue Oyster Cult.
Με τον δικό του αέρα είχαν φτάσει από το αντεργκράουντ στις πολυεθνικές. Με το δικό του ήχο, στις εισαγωγές («Battery», «Ride The Lightning»), ή στο ρυθμικό σκελετό («Master Of Puppets») έδενε κάθε κομμάτι και το έκανε να ακούγεται πειστικό. Άλλοτε σκληρό («Damage Inc.»), ή δυσοίωνα επικό («For Whom The Bell Tolls»), απόκοσμο («The Thing That Should Not Be»), σχιζοφρενικό («Welcome Home [Sanitarium]) ή σκοτοδίνειο («Fade To Black»).
Θυμάμαι πεντακάθαρα τη μέρα που έμαθα ότι πέθανε ο Cliff Burdon. Συνεχίζω ν΄ ακούω τα τρία πρώτα άλμπουμ τους (και το «Creeping Death E.P.»), όχι μόνο τιμής ένεκεν, αλλά επειδή έχουν αυτή τη νεανική πώρωση «μόνοι μας και όλοι τους», που την αντιλαμβάνεσαι και την αποκωδικοποιείς μόνο σε μια συγκεκριμένη περίοδο της ζωής σου και σχεδόν ποτέ αργότερα. Όσοι έχουν τους δίσκους αυτούς ή έχουν δει τις φωτογραφίες για τις οποίες μιλάω, ξέρουν τί εννοώ.
Ο εκφραστής αυτής της αίσθησης, μουσικά και αισθητικά ήταν και θα είναι ο
Cliff Burton. Και από μια ακατανόητη αδικία της μοίρας σκοτώθηκε σαν σήμερα, 27.9.1986. Κανείς δεν ξέρει πού θα είχαν κατευθυνθεί οι Metallica αν ζούσε. Κανείς δεν μπορεί να στοιχηματίσει πού θα είχε βρεθεί το μέταλλο αν δεν έφευγε έτσι πρόωρα.

Υ.Γ. 1: Το πόσο λίγοι σε προσωπικότητα αποδείχθηκαν οι Μetallica και το πόσο λοξοδρόμησαν αφ΄ότου έχασαν τον «μεγάλο τους αδελφό» (έτσι τον έλεγαν οι ίδιοι) Κλιφ Μπάρτον, φάνηκε από τις εξωμουσικές τους δραστηριότητες (και τις πρωτοβουλίες του τύπου «δίνουμε εντολή να μηνυθούν όσοι κατεβάζουν τη μουσική μας») μέσα στα χρόνια και μάλιστα πολλές φορές. Η ίδια η μουσική τους πορεία με απεξάρτησε σχετικά εύκολα. Το «.And Justice For All« του ’88 μου είχε φανεί άνοστο και ανέμπνευστο, όσο κι αν προσπάθησα να το ακούσω προσεκτικά, με το λεξικό στο χέρι.
Το «
Black Album« (δεν ντρέπομαι να πω ότι το πήρα την πρώτη μέρα της κυκλοφορίας του στην Αθήνα και περίμενα και από τους πρώτους στην ουρά στο «Rock City«) απέδειξε ότι είχαν πειστεί να κάνουν προκατασκευασμένα βήματα προς την ευρεία απήχηση, στην οποία τελικά παραδόθηκαν. Όλη τη τριετία ’91-’93 δεν ξέρω αν με ξενέρωνε περισσότερο το άθλιο grunge ή ότι η κάθε καρακαλτάκα λιγωνόταν με το «Nothing Else Matters«.
Όταν τους είδα το ’93 στη Νέα Σμύρνη ήταν πάρα πολύ καλοί, αλλά αυτό δεν έφτανε πια, γιατί τα πέντε συνεχόμενα χρόνια (1988-1993) χωρίς σκληροπυρηνικό ήχο, με -σκόπιμα- μέτριας ταχύτητας κομμάτια, με κραυγαλέα μεταστροφή στους στίχους (από το «
Disposable Heroes» στην πολεμοκάπηλη αμερικανιά «Don’t Tread On Me«) και με κοινό που τους αποθεώνει ενώ είναι ολοένα και πιο άσχετο και mainstream, είναι πάρα πολλά.

Υ.Γ. 2: Το ότι έχουν βγάλει μετά το ’96 μέχρι και σήμερα «καλή μέταλ μουσική» την οποία ακούω – τουριστικά – έως και σήμερα, μεγαλώνει την ένταση της απουσίας του μεγάλου Ciff Burton. Στις 27.9.86 σκοτώθηκε σε δυστύχημα η ελπίδα για το μέλλον του μέταλ. Οι ορδές κάτι Blind Guardian και κάτι Five Finger Death Punch (με όλο το σεβασμό) θα μου επιτρέψετε να νιώθω ότι με επιβεβαιώνουν.
ΠΗΓΗ

Advertisements