Το ερώτημα δεν είναι τι είναι η φιλοσοφία, αλλά σε τι χρησιμεύει η φιλοσοφία. Η Φιλοσοφία δεν είναι ένας τρόπος παραγωγής γνώσης, μια γνωσιοθεωρία. Η Φιλοσοφία είναι η τέχνη του ζειν, ο τρόπος να μπορείς να ζήσεις μέσα σε ένα περιβάλλον, να μπορείς να ουσιώθεις μέσα σε αυτό το περιβάλλον, που σημαίνει να δικαιώσεις την ανθρωπινότητά σου μέσα στο περιβάλλον στο οποίο ζεις μέσα στην εποχή που ζεις (zeigeist). Υπό αυτή την έννοια η φιλοσοφία ως η τέχνη του ζειν είναι η κατ’εξοχήν επιστήμη η οποία αφορά τον άνθρωπο, την ανθρωπινότητά του, την ουσίωση του ανθρώπου και την προσπάθεια του ανθρώπου να κρατηθεί μέσα στη ζωή δημιουργώντας αξιακές κλίμακες τέτοιες ώστε αυτος ο ίδιος να στηρίζεται και στηριζόμενος αυτός, να στηρίζει τον άλλον, την ετερότητα όπως λέμε στην φιλοσοφία, το περιβάλλον δηλαδή μέσα στο οποίο καλείται να ζήσει. […]

Δεν υπάρχει οικονομική κρίση, η οικονομική κρίση είναι επινόημα των τραπεζιτών, δεν έχει να κάνει τίποτα με τη ζωή. Κατά συνέπεια, αυτή η επινόηση δεν αφορά τον άνθρωπο, παρά μονάχα στο βαθμό που διαβεβαιώνει την κατάρρευση της αξιακής κλίμακας του ανθρώπου. Αυτή η κρίση που προβάλλεται ως οικονομική δεν είναι ένα τωρινό φαινόμενο, έχει προετοιμαστεί και μάλιστα με μεγάλη ένταση, μέσω της βαθμιαίας αποδυνάμωσης των αξιών με τις οποίες το ανθρώπινο υποκείμενο μπορεί να ζήσει και να συνδιαλλαγεί με τον κόσμο. Υπό αυτή την έννοια δεν έχει κανένα νόημα να μιλάμε για οικονομική κρίση, όπως δεν έχει και κανένα νόημα να μιλάμε και για περιβαλλοντική κρίση. Η περιβαλλοντική κρίση δεν είναι τίποτα άλλο από την χωρίς αξιακή κλίμακα επέμβαση του ανθρώπου πάνω στο φυσικό προκειμένου ο άνθρωπος να αποκομίσει κέρδος από την φύση. Κατά συνέπεια λοιπόν, τι σημαίνει περιβαλλοντική κρίση και τι σημαίνει οικονομική κρίση? Τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο παρά μια αποδόμηση κάθε αξιακής κλίμακας που στήριζε, στηρίζει και θα στηρίζει τον άνθρωπο, στη διαδρομή του μέσα στο εγκόσμιο, τίποτε άλλο.

Αυτό το μέσο που αποκαλούμε χρήμα, δηλαδή η ανταλλακτική αξία καθώς έλεγε ο Marx, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μια κοινωνική θέσμιση, μια κοινωνική δομή. Δεν έχει να κάνει τίποτα με το ανθρώπινο υποκείμενο καθ’εαυτό, με τον συναισθηματικό και ψυχικό κόσμο του υποκειμένου, απλώς επιδρώντας πάνω στον συναισθηματικό και ψυχικό του κόσμο, η διαμεσολάβηση του χρήματος δημιουργεί κατ’ ανάγκη έκπτωση των αξιών. Και αυτό ακριβώς ζούμε. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το χρήμα που προβάλλεται ως δείκτης μιας δομής κοινωνικής δε μπορεί να κάνει τίποτα άλλο παρά να αναπαράγει τον εαυτό του με κάθε μέσο. Είναι όπως θα έλεγε ο Max Horkheimer, μια διαβολεμένη μηχανή που αναπαράγει τον εαυτό της εις βάρος του ανθρώπου, που σημαίνει εις βάρος των αξίων του ανθρώπου, εις βάρος της ανθρωπινότητας του ανθρώπου.

Εκφωνητής: Δεν είναι παράλογο, μετά από τόσες χιλιάδες χρόνια, με τόσους πολέμους στην ιστορία της ανθρωπότητας, με τόσες εμπειρίες, να έχουμε δεχθεί να έχουμε μια τιμή, να μας πουλάνε και να μας αγοράζουν? Δεν είναι πάρα πολύ αστείο αυτό? Ή να λέμε ότι κάποιος επειδή κάνει μια δουλειά είναι κάτι παραπάνω από τον άλλον?

Ροζάνη: Είναι παράλογο. Συνηθίζουμε να λέμε στην φιλοσοφία, ότι αυτό που δημιουργεί αυτή την κατάσταση είναι ο παραλογισμός της λογικής. Αυτό δεν είναι σχήμα λόγου, άλλα κάτι πολύ σημαντικό, που αν δεν το λάβουμε υπόψη, τότε τα φαινόμενα του κόσμου μας φαίνονται χωρίς ειρμό. Τι εννοώ “το παράλογο της λογικής”? Εννοώ μια κοινωνική δομή, ας πάρουμε συμβατικά το διαφωτιστικό πρότυπο που εγκαθιδρύθηκε τον 17ο αιώνα και συνεχίζει μέχρι σήμερα με κάποιες ασυνέχειες. Όλο αυτό το πρότυπο στηρίχτηκε πάνω σε μια αξία: στην αξία της λογικής. Ο άνθρωπος πέρα από το ότι είναι ζώο έλλογο, είναι και ζώο το οποίο διακατέχεται από τα συναισθήματα και κυρίως από τις επιθυμίες του. Η ζωή δεν είναι τίποτα άλλο από την επιθυμία, με την έννοια ότι η επιθυμία είναι το θεμέλιο της ζωής. Εάν η επιθυμία καταπνίγεται στο όνομα μιας λογικής, που είναι λογική δομής, είναι δομική λογική, τότε αυτό που εμφανίζεται είναι ένα ανθρώπινο υποκείμενο αποδομημένο, ζαλισμένο, ανίκανο όχι να σκεφτεί, αλλά ανίκανο να στοχαστεί, ανίκανο να αντιδράσει, ανίκανο να μπορέσει να θέσει έναν φραγμό στην χειραγώγηση του. Η δομή είναι ακριβώς εκείνο το εργαλείο μέσω του οποίου από την αρχαιότητα μέχρι τώρα, χειραγωγείτο το ανθρώπινο υποκείμενο.

[…] Αυτή η δομή φροντίζει να καταπνίξει από τη μια μεριά την ανθρώπινη επιθυμία, και από την άλλη μεριά, να δημιουργήσει τεχνητές επιθυμίες, προσομοιώσεις, ομοιώματα, τέτοια ώστε να κρατήσει το ανθρώπινο υποκείμενο σκλάβο αυτών των τεχνητών επιθυμιών. Από το απλό κινητό τηλέφωνο, μέχρι την προσομοίωση της κοπέλας που βγαίνει να δει την βιτρίνα και νομίζει ότι αν φορέσει το μπλουζάκι, θα γίνει Anjelina Jolie, όλοι αυτοί οι προσομοιωτικοί μηχανισμοί είναι αυτοί ακριβώς που η δομή χρησιμοποιεί προκειμένου να καταπνίξει την αυθεντική επιθυμία του ανθρωπίνου υποκειμένου. Αντί να γυρίσουμε στον εαυτό μας, αντί να γυρίσουμε μέσα βαθειά στον εαυτό μας και να ρωτήσουμε κάθε φορά, τι είναι αυθεντικό μέσα μας, ποιά είναι η αυθεντική μας επιθυμία, κάνουμε την αντίστροφη πορεία: αφήνουμε την εξωτερική δομή να μας υποβάλλει τις δικές μας επιθυμίες. Έτσι, παράγεται αυτό που λέμε ύστερος καπιταλισμός ή καταναλωτικός καπιταλισμός.

Ο κλασικός καπιταλισμός δεν ήταν καταναλωτικός. Είναι γνωστό το ανέκδοτο του Σκρουτζ Μακ Ντακ (το έχει διεκτραγωδίσει ο Ντίκενς) που ναι μεν είναι ζάμπλουτος αλλά δεν καταναλώνει. Αυτό το μοντέλο του κλασικού καπιταλισμού, μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο, γύρω στη δεκαετία του 1950 και μετά, μέχρι το 1980 είχαμε μια μεταβατική περίοδο, από το 1980 και πέρα έχουμε πλήρη ανάπτυξη ενός άλλου καπιταλιστικού υποδείγματος, του καταναλωτικού καπιταλισμού. Γιατί? Γιατί ο κλασικός καπιταλισμός έδωσε ότι μπορούσε να δώσει στον κόσμο, από κει πέρα ή έπρεπε να καταρρεύσει ή να μεταβάλλει μορφήν. Ε, μετέβαλλε μορφήν! Και η μορφή αυτή έκανε έναν καπιταλισμό ασυγκρίτως πιο βάρβαρο από τη βαρβαρότητα του κλασικού καπιταλισμού. Αυτό το περιβόητο σύνθημα που πήρε και ο Κορνήλιος Καστοριάδης, Socialisme ou Barbarie, τώρα είναι πολύ πιο σημαντικό από την εποχή του Κορνήλιου του Καστοριάδη, στη Γαλλία όπου και ετέθη.

Εκφωνητής: Το ίδιο σύνθημα χρησιμοποιούσε όμως και ο κύριος Παπανδρέου αλλά είδαμε τα ακριβώς αντίθετα αποτελέσματα.

Ροζάνης: (γέλια) Το θέμα είναι ο κύριος Παπανδρέου ποιον Σοσιαλισμό και ποιά Βαρβαρότητα εννοούσε. Δυστυχέστατα, παγκοσμίως, αλλά στην Ελλάδα ειδικότερα, το κριτικό πνεύμα είτε δεν υπήρξε ποτέ, είτε υπήρξε στα σπάργανα, είτε τελικά και εάν υπήρξε σε οποιοδήποτε βαθμό, έχει εξαλειφθεί πλήρως. Εκείνο που μου δίνει τον ορισμό των λέξεων είναι η κριτική των λέξεων. Οι λέξεις μπορεί να εκφέρονται και να εκφέρονται ποικιλοτρόπως και πολυσήμως, με πάρα πολλές σημασίες. Το πρόβλημά μου είναι ότι εάν δεν έχω την κριτική εκείνη απόσταση προκειμένου να εννοήσω τι ακριβώς εννοείται με τη λέξη “σοσιαλισμός” ή με τη λέξη “βαρβαρότητα”, τότε είναι πολύ απλό ότι τον μεν σοσιαλισμό θα τον θεωρήσω βαρβαρότητα, και τη βαρβαρότητα σοσιαλισμό. Αυτή η αντιστροφή έγινε, και τα λόγια του κυρίου Παπανδρέου είναι λόγια καθ’ υποβολήν και ο ίδιος ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΙΔΕΑ τι είναι σοσιαλισμός, όπως δεν έχει και ιδέα και τι είναι βαρβαρότητα. Έπρεπε να παραγαλίσει. Έλεγε ο Nietzsche κάτι συγκλονιστικό “Πια έχουμε πάψει να μιλάμε, παπαγαλίζουμε τη γλώσσα.” Αυτός ο παπαγαλισμός έχει διαστρέψει τις έννοιες, έχει διαστρέψει την ιστορία των εννοιών, έχει κάνει τις έννοιες πιόνια σε ένα καταραμένο σκάκι όπου παίζουν ΟΛΟΙ ανεξαιρέτως! 

Advertisements