«Η διακριτική μεταχείριση των ανθρώπων από τη φύση είναι ένας νόμος που τον έκαμε παρανομία η επέμβαση του ανθρώπου με την εισαγωγή του αιτήματος της άκριτης ισότητας μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι.
Αιτία αυτής της επέμβασης ήταν από το ένα μέρος η λαιμαργία και η οίηση των από τη φύση ευνοημένω

ν, και από το άλλο η υστέρηση και ο φθόνος των από τη φύση ανεπίλεκτων.
Και στις δύο περιπτώσεις ένα στενόκαρδο, πλεγματικό, και κοντόθωρο – που στη βάση του όμως βρίσκουνται καθαρά υλιστικές προκείμενες – αντίκρυσμα του φαινομένου της ποικιλίας ως προς τις φυσικές δωρεές επεξεργάστηκε το αφύσικο πλαίσιο του ανταγωνιστικού νόμου μέσα στον ιστορικό κόσμο.
Στην πρώτη περίπτωση η τυφλή και τυχαία γενναιοδωρία της φύσης σε κάποιον παίρνει από τον ίδιο ή τον περίγυρό του υβριστικά και αυθαίρετα το νόημα και το χρίσμα μιας κανονικότητας, που οφείλει να συνεχιστεί απαράβατη επί γενεές γενεών, παρόλο ότι η σπερματική του διαδοχή ενδέχεται να εμφανίσει όλα τα υποδείγματα της ολιγοφρένειας, της ανηθικότητας, της διαστροφής, και της αναπηρίας. Το φαινόμενο τούτο είναι ό,τι σχηματικά και απλουστευμένα ονομάζουμε σήμερα «κατεστημένη τάξη».
Στη δεύτερη περίπτωση η λιγότερη ή περισσότερη δυσμένεια και φειδώ της φύσης ή της τύχης στους πολλούς επιδεινωμένη από την ομόλογη περιβαλλοντική ενθάρρυνση –την κακή μόρφωση, τους ανίκανους άρχοντες, την οικονομική κακοπραγία κ.λ.π.- και αποθηριωμένη από το μένος της κατεστημένης τάξης στην εμμονή της να κατακρατά το κέρας της Αμάλθειας, μεταβάλλεται σε μια «επαναστατική νοοτροπία», που εμπνέεται από την πεποίθηση ότι ο δρόμος για να αυτοπραγματωθεί ο άνθρωπος δεν είναι να καταξιώσει τα δικά του ελάσσονα, αλλά να απαξιώσει τα ξένα πλείονα στοιχεία.
Το αίτημα της άκριτης ισότητας, όντας άγνωστο στην Ελλάδα της ακμής, εμφανίζεται στην ιστορία με τη διδασκαλία του χριστιανισμού.
Και ο λόγος που το γέννησε ήταν αναγκαίος: το μυσαρό γήρας της στιβαρότερης μονοκρατορίας που γνώρισε ο άνθρωπος• και το αποτέλεσμα στο οποίο οδήγησε ήταν κοσμοϊστορικό: η ήσυχη και άοπλη κατασυντριβή της Ρώμης.
Στη νεώτερη εποχή το αίτημα της άκριτης ισότητας επαναβίωσε με τη γαλλική επανάσταση και κατεπέκταση με το σοσιαλιστικό κατακλυσμό.
Οι νέες παράμετροι της ιστορικής εξέλιξης –η επιστήμη, η μηχανή, ο υπερπληθυσμός, και η παγκοσμιότητα- τροποποιώντας και διευρύνοντας την αρχική απλή θέση του προβλήματος σε μια τερατώδη και αξεδιάλυτη μάζα διαπλοκών και συναρτήσεων, δεν αφήνουν να φανεί ότι το πρόβλημα στη βάση του παραμένει αμετάβλητο, και εξακολουθεί νά ‘ναι η επέμβαση του ανθρώπου στη διακριτική μεταχείρισή του από τη φύση.
Από την άποψη αυτή ο ισχυρισμός ότι η γαλλική επανάσταση και ο συνακόλουθος σοσιαλισμός με την πολεμική που άσκησαν εναντίον της αναστύλωσαν την πολιτική πλευρά του χριστιανισμού, κατά τον ίδιο ακριβώς τρόπο που και ο Λούθηρος, όπως έδειξε ο Νίτσε, με τον πόλεμο που σήκωσε ενάντια στον Πάπα αναστύλωσε εν αγνοία του το ρωμαιοκαθολικισμό την έσχατη ώρα της κατάρρευσής του, όχι μόνο δεν φαίνεται παράλογος, αλλά είναι νομίζω και το κλειδί της ερμηνείας όλων των παραλογισμών και των αντιφάσεων που εμφανίζει σήμερα το πρόβλημα της παγκόσμιας πολιτικής.
Εάν εξεταστεί το αίτημα της άκριτης ισότητας στη ρίζα του γενετικού του λόγου, θα βρούμε ότι το επινόησε η ανάγκη του ανθρώπου να διατηρήσει την ισορροπία και τη δικαιοσύνη μέσα στον κοινωνικό κόσμο, όταν υπερβαίνοντας το ιδεώδες του εσθλού* ξέπεσε στις κατηφόρες ενός βιοτικού τρόπου λιγότερο ή περισσότερο αυθεντικού.
Εντούτοις το δύσκολο και το λαμπρό ήταν ένα: να ζήσει ο άνθρωπος σύμφωνα με τη φυσική τάξη. Να εμπιστευθεί δηλαδή των εαυτό του στην αρχή της φυσικής δικαιοσύνης που περιχωρεί ολόκληρη της ιδέα της διακριτικής μεταχείρισης του ανθρώπου από τη φύση. Ο τρόπος αυτός προϋποθέτει μεγαλοψυχία, που ο άνθρωπος ήταν πολύ δύσκολο να διαθέσει.
Η έλλειψη αυτής της ψυχικής χωρητικότητας μετά την εποχή της ελληνικής ακμής κατάστησε ουτοπικό το ιδεώδες του εσθλού, και υποχρέωσε τον άνθρωπο να αναζητήσει τρόπους ζωής τόσο ευκολότερα βατούς όσο περισσότερο αφύσικους.
Στη μεταβολή αυτή προχώρησε αντικαθιστώντας την ιδέα της φυσικής τάξης με την επινόηση της ανθρώπινης ισότητας.
Κοντολογής, από τη στιγμή που εξέπεσε ο άνθρωπος από το ιδεώδες του εσθλού, όλα τα ιδεώδη που αναζήτησε και πραγμάτωσε φέρνουν την ανεξίτηλη σφραγίδα της π α ρ α κ μ ή ς. Της παρακμής με την έννοια της απόκλισης από το φυσικά αληθινό και το φυσικά νόμιμο.»
_______________________________
*«Η λέξη εσθλός έχοντας τη ρίζα της στο ρήμα ειμί σημαίνει εκείνον που ε ί ν α ι. Εκείνον που υπάρχει έξω από τις μεταβλητές του γίγνεσθαι, τις συνθήκες της ροής και τους όρους της κύκλησης.
Ό,τι του ανθρώπου μένει αλώβητο από τη φθορά, μακρυά από τα θέσμια και τις συμβατικότητες της λογικής και της επινόησης, σ’ ένα συντονισμό με τα μόνιμα μόνιμο και σε μια διομολόγηση με την αφθαρσία, ό,τι σώζει σταθερά τη διαλεκτική της πράξης μας με την ανώλεθρη μοίρα του όντος, αυτό είναι το εσθλό. Και τούτο κάνει τον άνθρωπο εσθλό.
Εσθλός είναι ο αληθινός, ο πραγματικός, ο όντας με την παρμενίδεια σημασία του όρου.»

Δημήτρης Λιαντίνης – «Homo Educandus».

Advertisements