Στη γραπτή απόδοση της ομιλίας του ο καθηγητής Γιάννης Δρόσος προβαίνει με αφορμή και αφετηρία το ‘Μνημόνιο’, (το οποίο χαρακτηρίζει ως «πολιτειακά σημαντικό γεγονός που εισάγει μια νέα συνταγματική κατάσταση»), σε μια ανασκόπηση της λειτουργίας του πολιτεύματος από το Σύνταγμα του 1975 και μετά αντιπαραβάλλοντας τα συνταγματικά διακυβεύματα του τότε και του σήμερα και επισημαίνοντας τις ριζικές διαφορές τους.

 

 

 

 

 

 

Οι Ελλάδες

Την περασμένη Τρίτη, μαζύ με τους φοιτητές μου από το Μεταπτυχιακό Τμήμα Δημοσίου Δικαίου της Νομικής, παρακολούθησα την εκδίκαση, στην Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας μιας σειράς αιτήσεων ακυρώσεως που υπέβαλαν δικηγορικοί σύλλογοι (με προεξάρχοντα τον αθηναϊκό), συνδικαλιστικοί φορείς και φυσικά πρόσωπα, με πραγματικό στόχο την ακύρωση ως αντισυνταγματικού του πλέγματος των νομοθετικών και κανονιστικών διατάξεων που συνθέτουν ό,τι αποκαλούμε ‘Μνημόνιο’. Η εισήγηση, όπως είχε ανακοινωθεί και στον τύπο, ήταν απορριπτική για τις αιτήσεις. Η εισήγηση, μακρότατη, ήταν καθ’ όλα υποδειγματική, σκέπτομαι μάλιστα, μετά τις 23 Δεκεμβρίου 2010, ημερομηνία κατά την οποία καλούνται οι διάδικοι να καταθέσουν τα μετά τη συζήτηση γραπτά τους υπομνήματα, να ζητήσω από τον Πρόεδρο του Συμβουλίου της Επικρατείας αντίγραφό της και την άδεια να την περιλάβω, όπως και όσα αντίστοιχα θα έχουν αντιλεχθεί, στον φάκελο με την διδακτέα και εξεταστέα ύλη των μεταπτυχιακών φοιτητών μου. Ο κ. Κατρούγκαλος, που μετέσχε στην δίκη αυτή ως δικηγόρος ορισμένων από τους αιτούντες ίσως στη συνέχεια της ημερίδας μας αναφερθεί αναλυτικότερα στα νομικά της υπόθεσης. Η επτάωρη ακροαματική διαδικασία είχε για εμένα πλην του νομικού και πολιτικό και πολιτισμικό ενδιαφέρον.

Εμφανίσθηκαν σε αυτήν και έλαβαν το λόγο δύο όψεις της σημερινής Ελλάδας. Την μία όψη συνέθεταν συνδικαλιστές δικηγόροι και επαγγελματίες δικηγόροι, δίπλα τους και περιπτώσεις δικηγορούντων πολιτευομένων λαϊκής κοπής και τηλεθέασης, αλλά και πανεπιστημιακοί. Προέρχονταν από όλους τους ‘λαϊκούς’ χώρους –την ‘λαϊκή’ Δεξιά, το βαθύ ΠΑΣΟΚ και την Αριστερά, την αενάως διαμαρτυρόμενη εναντίον ο,τιδήποτε συμβαίνει επειδή συμβαίνει Αριστερά. Τα πρόσωπα, το ύφος, ασφαλώς και οι επί μέρους στοχεύσεις των εκπροσώπων των αιτούντων ποίκιλλαν, όπως και η ποιότητα των όσων ανέπτυξαν. Την ενιαία τους εικόνα όμως συνέχεε ένα βαθύτερο νήμα, που συνδύαζε στοιχεία λαϊκισμού, στιγμές αληθινής ανθρώπινης αγωνίας, εξάρσεις εύκολης ρητορείας αλλά και βάναυσης ημιμάθειας, συνδυαζόμενα με εκλεπτυσμένα νομικά επιχειρήματα, όχι πάντοτε εύκολα αντιμετωπίσιμα, και με στιγμές κομψής ακριβολογίας στην εκφορά του λόγου.
Η άλλη όψη της Ελλάδας συμπυκνώθηκε στον υπηρεσιακό μεν λόγο των νομικών παραστατών του κράτους, ίσως λίγο στεγνό, ίσως όχι τόσο κομψό όπως των πανεπιστημιακών αντιδίκων τους, ψυχρά αποτελεσματικό όμως, ο οποίος δίπλα στα όσα νομικά είχε να πει (έργο σημαντικά διευκολυνόμενο από τις εισηγήσεις επί των αιτήσεων ακυρώσεως) αμύνθηκε διεκτραγωδώντας και προβάλλοντας την μελανή οικονομική κατάσταση της χώρας ως ουσιαστικό επιχείρημα έναντι των αντιδικούντων.
Θα μπορούσα να συνόψιζα την ουσία της αντιδικίας πάνω-κάτω ως εξής: στην αγωνία για τον συνταξιούχο που δεν μπορεί να ζήσει με 350 ευρώ το μήνα αντιτάχθηκε η αγωνία για την Ελλάδα που δεν μπορεί να ζήσει με 350 δις ευρώ χρέος.
Ελπίζω να βγούμε από την κρίση αυτή χωρίς αυτές οι δύο Ελλάδες να σπαράξουν το κοινό τους έδαφος. Δεν νομίζω όμως ότι με την έξοδο της χώρας από την κρίση μπορούν οι δύο αυτές Ελλάδες να συνεχίσουν να διάγουν όπως πριν. Ελπίζω σε μια τρίτη, άγνωστή μου ακόμη Ελλάδα, και σε κάθε περίπτωση ελπίζω στο ανώδυνο, ανεπαίσχυντο και ειρηνικό τέλος της παληάς Ελλάδας, (που κι εγώ σ’ αυτήν ανήκω), δηλαδή είτε στην δημιουργική ενσωμάτωσή της στην νέα είτε στην ιδιώτευση των πρωταγωνιστών της είτε, για όποιον και ό,τι επιμένει σε παληές συνήθειες, στην απομάκρυνσή τους με πίσσα και πούπουλα.
Η σημερινή μου ομιλία δεν αναφέρεται στο πολύ σημαντικό ασφαλώς ζήτημα της συνταγματικής και εν γένει νομικής βάσης και ισχύος του Μνημονίου, αλλά στο ίδιο το Μνημόνιο ως πολιτειακά σημαντικό γεγονός –για την οικονομία της συζήτησης χαρακτηρίζω ως ‘Μνημόνιο’ το συνολικό πλέγμα των διατάξεων και κειμένων που συνδέονται με την υπαγωγή της Ελλάδας στον μηχανισμό στήριξης και τον ν. 3845/2010.
Παρά την τραγική κρισιμότητα των στιγμών, με όλο και μεγαλύτερο αριθμό ανθρώπων στη χώρα μας να αναζητούν εναγώνια μια κάποια ισορροπία ανάμεσα στην ανέχεια και την αξιοπρέπεια, είναι και σήμερα στιγμή όχι μόνο μάχης αλλά διαλογισμού. Η αναλυτική θεώρηση των συνθηκών που μας έφεραν εδώ, τώρα που είμαστε πια εδώ, είναι συμβολή όχι μικρότερη από την καθημερινή προσπάθεια να τα βγάλουμε πέρα, ατομικά, συλλογικά και συνολικά ως χώρα και κοινωνία.
Θεωρώ ότι το πολιτικό γεγονός που αποκαλούμε ‘Μνημόνιο’ εισάγει μία νέα συνταγματική κατάσταση και αυτό είναι το σημερινό μου αντικείμενο. Είναι ένα αντικείμενο που μελετάται όσο εξελίσσεται και εξελίσσεται μελετώμενο. Τα βήματα της εξέλιξής του είναι ταυτόχρονα και στοιχεία μελέτης του –η πρόσφατη εισήγηση ενώπιον του ΣτΕ και ορισμένες από τις αντικρούσεις της είναι ένα λαμπρό τέτοιο παράδειγμα– ενώ η μελέτη του και ο δημόσιος διάλογος για αυτό είναι και βήμα στην καθ’ εαυτήν εξέλιξη του αντικειμένου. Σήμερα θα περιορισθώ σε ουσιαστικά δύο ομάδες ενδεικτικών παρατηρήσεων: θα προσπαθήσω να αποδώσω σχήματα από την συνταγματική κατάσταση που νομίζω ότι παρήλθε και σχήματα από εκείνη που αισθάνομαι ότι έρχεται.
Η λειτουργία ενός Συντάγματος είναι δυνατόν να περιέχει περισσότερες διακριτές μεταξύ τους περιόδους, χωρίς αυτές να προσδιορίζονται αναγκαστικά από συνταγματικές αναθεωρήσεις ή ανατροπές. Για παράδειγμα, στην Ελλάδα, υπό το ίδιο πάντοτε Σύνταγμα του 1864 αναδείχθηκαν διακριτές συνταγματικές περίοδοι τουλάχιστον δύο φορές: το 1875, όταν ο περίπου άγνωστος στο πολιτικό σύστημα Χαρίλαος Τρικούπης βρέθηκε από την φυλακή στην Πρωθυπουργία. Το 1909 το κίνημα του Γουδί δεν ανέτρεψε το πολίτευμα, έθεσε όμως οριστικό τέρμα στον αδιέξοδο τρόπο που αυτό λειτουργούσε και οδήγησε στην εξουσία έναν νέο και επίσης περίπου άγνωστο στο πολιτικό σύστημα πολιτικό, τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
Το Μνημόνιο ως τομή στην λειτουργία του πολιτεύματος
Τον Μάϊο του 2010 η Ελλάδα συμφώνησε να δανεισθεί από τρεις δημόσιους οργανισμούς –την ΕΚΤ, τα κράτη μέλη της ζώνης του Ευρώ και ΔΝΤ– το ποσό των 110 δις ευρώ με επιτόκιο περίπου το μισό από το προσφερόμενο για την Ελλάδα στις διεθνείς αγορές. Αυτή η διαφορά του επιτοκίου έχει για την Ελλάδα στρατηγική σημασία που υπερβαίνει κατά πολύ τα σχετικά οικονομικά μεγέθη: με το επιτόκιο που λαμβάνεται υπό τους όρους του Μνημονίου η Ελλάδα μπορεί να ελπίζει, βάσιμα, ότι θα επιτύχει να επανέλθει σε μία οικονομική ζωή και ισορροπία που θα της επιτρέψει να εξέλθει από την ύφεση και να επανέλθει αυτοδύναμη στο διεθνές χρηματοοικονομικό περιβάλλον. Με το επιτόκιο που της προσφέρουν οι διεθνείς αγορές η Ελλάδα θα περιερχόταν σε κατάσταση πλήρους αδυναμίας να εξυπηρετήσει το εξωτερικό της χρέος, με αποτέλεσμα την κατάλυση της υπόστασής της ως οικονομικά ενεργού κρατικής οντότητας, και ό,τι αυτό συνεπάγεται. Χωρίς δηλαδή αυτήν την δημόσια χρηματοδοτική παρέμβαση ό,τι γνωρίζαμε ως οικονομική οντότητα της Ελλάδας απλώς θα έπαυε να υπάρχει, συμπαρασύροντας προς τα χειρότερα και πολλά από τα θεμέλια της ελληνικής κοινωνικής κατασκευής και πολιτικής.
Από την έποψη της δικής μου, της συνταγματικής, θεώρησης, το κρίσιμο στοιχείο στο Μνημόνιο δεν είναι οι χρηματοδοτικοί του όροι, αλλά το ότι αποτελεί ένα εξαιρετικά εκτεταμένο πρόγραμμα εσωτερικών πολιτικών. Το πρόγραμμα αυτό, ενόψει της ασφυκτικής πίεσης για την εφαρμογή του, εξαλείφει κάθε δυνατότητα άλλων ή και προσθέτων ακόμη εσωτερικών πολιτικών.
Η πολιτική ζωή της χώρας εξελίσσεται με βάση τους πολιτικούς στόχους που τίθενται στο Μνημόνιο –αυτοί είναι πλέον οι κυβερνητικοί στόχοι, αυτοί είναι το κριτήριο ορθότητας των επί μέρους ή εξειδικευμένων πολιτικών και περί αυτούς αναπτύσσεται η αντιπολίτευση. Παράλληλα, το Μνημόνιο καθίσταται στοιχείο του πολιτεύματος όχι μόνο ως περιεχόμενο, αλλά και επειδή θέτει ένα νέο forum για την τελική διαμόρφωση των εσωτερικών πολιτικών επιλογών της χώρας. Από καιρό η αναλυτική συζήτηση για το ακριβές και εξειδικευμένο περιεχόμενο των κυβερνητικών πολιτικών, τους ρυθμούς υλοποίησής τους κ.λπ. είχε φύγει από την Βουλή και είχε περιέλθει αποκλειστικά στην Κυβέρνηση. Υπό το Μνημόνιο έφυγε και από το αρμόδιο για την γενική πολιτική της χώρας συνταγματικό όργανο που λέγεται Κυβέρνηση και περιήλθε σε ένα ιδιόμορφο άτυπο μόρφωμα –αποφεύγω την λέξη όργανο διότι το μόρφωμα αυτό δεν έχει την τυπική μορφή ενός οργάνου και για να αποφύγω, στο σημείο αυτό, συγχύσεις που θα απαιτούσαν δαιδαλώδεις νομικές συζητήσεις για να ξεκαθαρισθούν. Το μόρφωμα αυτό, αποτελείται από τους τρείς της τρόϊκας και τον κυβερνητικό εκπρόσωπο σε ρόλο μεταξύ διαπραγματευτή και ιμάντα μεταβίβασης αποφάσεων. Αυτή η ομάδα επεξεργάζεται τις πολιτικές επιλογές και στη συνέχεια τα συνταγματικά σχήματα –εν προκειμένω η Κυβέρνηση και αν χρειασθεί ή ζητηθεί η Βουλή– τις περιβάλλουν με την αναγκαία για την αποτελεσματική εφαρμογή τους τυπική μορφή (νόμος, κανονιστική πράξη της διοίκησης κ.ο.κ.) και, επίσης και όχι έλασσον, αναλαμβάνουν, στο σύνολό της, την πολιτική ευθύνη για τις επιλογές αυτές. Την εικόνα συμπληρώνουν οι οργανωμένες ευθείες και άμεσες σχέσεις της τρόϊκας με το σύνολο των συνιστωσών του πολιτικού συστήματος, δηλαδή την αντιπολίτευση και κοινωνικούς φορείς, όπως επίσης και οι άμεσες σχέσεις της με την δημοσιότητα: η τρόϊκα εμφανίζεται τακτικά στα ελληνικά μέσα ενημέρωσης και εξηγεί αυτά που νομίζει ότι πρέπει να εξηγήσει.
Παρενθετικά, όχι όμως δευτερευόντως, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε την οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση που οδήγησε την Ελλάδα στο φαινόμενο ‘Μνημόνιο’ ως πλήρως και αποκλειστικά ελληνική ιδιοτυπία. Η πολιτική κατασκευή και πράξη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά και η συνολικότερη παγκοσμιοποιημένη λειτουργία του χρηματιστηριακού καπιταλισμού, ιδιαίτερα στις αναιδέστερα φιλελευθερίζουσες εκφάνσεις του, η παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 με προέλευση τις ΗΠΑ και αφετηρία την οικουμενικών διαστάσεων εγκληματική κερδοσκοπία οικουμενικών διαστάσεων παρασίτων, έχουν ασφαλώς την δική τους καθοριστική επιρροή στην παγκοσμιοποιημένη οικονομική κρίση, η δίνη της οποίας δεν θα άφινε έξω την χώρα μας. Και πέραν τούτων: τι παράγουν, τι εισφέρουν και τι συνεισφέρουν στην παγκόσμια οικονομία και στις οικονομίες των κρατών οι περίφημες ‘αγορές’; Όμως η ένταση, η έκταση και οι μορφές με τις οποίες εκδηλώθηκε η οικονομική κρίση στην Ελλάδα, η απώλεια –από εμάς πρώτους, και μέχρι πριν ελάχιστες ημέρες από εμάς μόνους– του ελέγχου πάνω στο σύνολο των οικονομικών μας μεγεθών και συνακόλουθα και των πολιτικών μας επιλογών, είναι υπόθεση δική μας, από Έλληνες και μεταξύ Ελλήνων. Το καθ’ ημάς τα πράγματα γινήκαν έτσι επειδή εμείς τα φτιάξαμε έτσι.
Πέραν τούτων, και χωρίς κατά κανένα τρόπο να θέλω να μεταθέσω σε άλλους τις ευθύνες για τις ελληνικές πολιτικές και κοινωνικές πρακτικές, είναι λάθος να μην επισημανθεί μία μείζων ευθύνη αν όχι συνολικά της Ευρωπαϊκής Ένωσης, πάντως της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Δεν αναφέρομαι στο επισημαινόμενο από πολλές πλευρές θεσμικό έλλειμμα ή και έλλειμμα πολιτικής στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Αναφέρομαι στην τερατώδους κυνισμού εξαπάτηση που αποδείχθηκε ότι διεπράττετο συστηματικά, κατά τα τελευταία ιδίως έτη. Τα ανώτατα κλιμάκια της Ευρωπαϊκής Επιτροπής γνώριζαν την πραγματική κατάσταση, αν όχι πλήρως πάντως αρκετά επακριβώς, όμως πρόσωπα όπως κυρίως η ανεκδιήγητη μετριότητα της Ευρωπαϊκής Δεξιάς, προϊόν ενός συμβιβασμού που πιο κάτω δεν γίνεται, ο θλιβερός Μπαρόζο, Πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, όχι χωρίς κάποια συνενοχή και του υφισταμένου του σοσιαλιστή Αλμούνια, συνέπραξε, σε συνενοχή με τους τότε κορυφαίους της ελληνικής πολιτείας και προς υποστήριξή τους, σε συνωμοσία εξαπάτησης και σιωπής. Έχει γίνει γνωστό ότι γνώριζε ότι το ελληνικό πρόβλημα ήταν πολύ μεγαλύτερο και ποιοτικά διάφορο από ό,τι δημοσίως αναγνώριζε, και σιώπησε. Η φτηνή του υποστήριξη προς τους Έλληνες φίλους του αποδείχθηκε ακριβή για τους Ευρωπαίους εταίρους και πανάκριβη για τον ελληνικό λαό. Θα πληρώσει;
Υπαγόμενοι στον Μνημόνιο περιήλθαμε σε μία νέα περίοδο λειτουργίας του πολιτεύματος. Η νέα αυτή περίοδος εκτυλίσσεται μέσα στο ίδιο συνταγματικό κείμενο της προηγούμενης και συνιστά, νομίζω, στροφή μεγαλύτερη και ποιοτικά διάφορη από εκείνη που έφερε, για παράδειγμα, η προχουντικά αδιανόητη άνοδος στην εξουσία της Κεντροαριστεράς το 1981, αλλά και η συνταγματική αναθεώρηση του 1985. Αυτό επειδή θεωρώ ότι η εκλογική και κυβερνητική άνοδος της Κεντροαριστεράς το 1981, αλλά και την συνταγματική αναθεώρηση του 1985, ήταν προϊόντα της δυναμικής που απελευθερώθηκε με την κατάρρευση της χούντας και την εγκατάσταση της νέας πολιτικής και δημοκρατικής συνταγματικής τάξης το 1974. Πράγματι, τόσο η εκλογική και κυβερνητική άνοδος της Κεντροαριστεράς το 1981 όσο και η αναθεώρηση του 1985 όχι μόνο δεν αναίρεσαν, αλλά επιβεβαίωσαν με πανηγυρικό τρόπο την δυναμική του πολιτεύματος που εγκαθίδρυσε το Σύνταγμα του 1975. Τούτο κυρίως με την πανηγυρική πιστοποίηση ότι καμία πολιτική δύναμη ή προσωπικότητα (όπως η προδικτατορική ΕΡΕ ή το παλάτι ή ο παλαιός Καραμανλής) δεν βρίσκεται υπεράνω των καταγεγραμμένων κανόνων λειτουργίας του πολιτεύματος, ώστε η δημοκρατική ήττα τους, αν και συνταγματικά προβλεπόμενο ενδεχόμενο, να μην είναι ανεκτή ως πολιτικό γεγονός και αν συμβεί να προκληθεί συνολική κατάρρευση του πολιτεύματος.
Στην ίδια δε δυναμική εντάσσεται, νομίζω, και η ένταξη της Ελλάδας στην ΕΟΚ το 1981: προσχωρήσαμε στην ΕΟΚ όχι επειδή βρισκόμασταν σε αδιέξοδο, αλλά ακριβώς επειδή είχαμε –με το γνωστό δραματικό εθνικό κόστος– εξέλθει από το αδιέξοδο στο οποίο μας είχαν οδηγήσει η χούντα και οι ενδογενείς και αλλοδαπές δυνάμεις που την εκκόλαψαν. Στο Μνημόνιο δηλαδή δεν οδήγησε η δυναμική που εκλύθηκε με την έκρηξη του 1974, αλλά η εξάντλησή της.
Ανασκόπηση
Το Μνημόνιο μας δίνει την ευκαιρία –ακόμη περισσότερο: μας επιβάλλει– να σκεφθούμε, με την απόσταση που δημιουργεί το ίδιο το γεγονός της ύπαρξής του, συνολικά την πορεία του πολιτεύματός μας από το 1975 ως σήμερα, και τούτο επειδή ακριβώς κατά την διάρκεια της λειτουργίας του πολιτεύματός μας καταλήξαμε στο γνωστό αποτέλεσμα.
Δύο ήταν νομίζω τα μείζονα συνταγματικά διακυβεύματα του 1975:
– το έντονο αίτημα για ολοκλήρωση και εδραίωση του δημοκρατικού πολιτεύματος και
– το επίσης έντονο αίτημα για ισότιμη και αξιοπρεπή συμμετοχή στην αναπτυξιακή πραγματικότητα και δυναμική του σύγχρονου ευρωπαϊκού κόσμου.
Η κατάρρευση της δεξιάς δικτατορίας το 1974 παρέσυρε σε κατάρρευση και τις δομές και την ιδεολογία του αντικομμουνιστικού αρχικά και πλήρως διχαστικού στη συνέχεια μετεμφυλιακού κράτους. Μια δημοκρατική μέθη και η εναπόθεση ωραίων ελπίδων στην noblesse της πολιτικής μας παρέσυρε όλους ευχάριστα. Η υπερπολιτικοποίηση των πάντων ήταν το πρακτικό αποτέλεσμα. Η άνοδος του κομματικού φαινομένου, ο λαός και τα λαϊκά χαρακτηριστικά έγινε περίπου το μόνο κριτήριο του ιδεολογικώς αποδεκτού. Παράλληλα με αυτό, αν και σταδιακά, αναδείχθηκε μια ιδιαίτερη έμφαση στην αξία των ατομικών δικαιωμάτων όχι μόνο ως συνταγματικών κατοχυρώσεων αλλά και ως φιλοσοφικών αρχών πάνω στις οποίες επίσης στηρίζεται η συμβίωσή μας. Λαός και ελευθερία ήταν τα χαρακτηριστικά στην συνταγματική κατασκευή και εξέλιξη του μεταχουντικού συνταγματικού πολιτεύματος. Αυτά τα χαρακτηριστικά αποτυπώθηκαν στην λειτουργία του, στη συνταγματική θεωρία που αναπτύχθηκε και στην αντίστοιχη νομολογία.
Μέσα στο κλίμα αυτό εντάσσονται, για παράδειγμα, διατάξεις όπως τα άρθρα 37 ή 29 του Συντάγματος, που εξασφάλιζαν όσο μπορεί να εξασφαλίσει ένα Σύνταγμα ότι οι ασχημονίες του θρόνου το 1965 και των πολιτικών δυνάμεων που τις υποστήριξαν δεν θα ξανασυμβούν στο μέλλον και ότι τα πολιτικά κόμματα είναι ένας συνταγματικά σεβαστός και αξιοσέβαστος θεσμός ελευθερίας και δημοκρατίας χωρίς ιδεολογικό όριο. Στο ίδιο παραπάνω κλίμα κινήθηκε και η αναθεώρηση του 1985, εξαλείφοντας τα όποια συνταγματικά περιθώρια να διεκδικήσει ένας αιρετός Πρόεδρος της Δημοκρατίας έναν –συνταγματικά προβλεπόμενο, δημοκρατικά όμως όχι νομιμοποιημένο– περιορισμένο έστω, πλην δυνάμει ουσιαστικό ρόλο ‘βασιλικού ανδρός’. Στο ίδιο κλίμα κινήθηκε και η ριζική επαναξιολόγηση των ατομικών ελευθεριών, η διεύρυνση τους με την συνταγματική κατοχύρωση κοινωνικών δικαιωμάτων, και η διαρκής νομολογιακή και θεωρητική τους επεξεργασία και εκλέπτυνση, συνηγορούσης και της ιδιαίτερα πλούσιας καταδικαστικής για την χώρα μας νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.
Παράλληλα, η συνταγματική απόφαση για αφαίρεση κάθε νομικού εμποδίου συμμετοχής της Ελλάδας στην ΕΟΚ, όπως αυτή αποτυπώθηκε στο άρθρο 28 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος ολοκληρώθηκε με την ταχεία κατάληξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων της χώρας στην ΕΟΚ ήταν η άλλη μεγάλη επιλογή της μεταχουντικής Ελλάδας. Η επιλογή αυτή προσέκρουσε σε μάλλον τακτική και όχι σε στρατηγική αντιπαράθεση. Το προ του 1981 ΠΑΣΟΚ, μάλλον πομπώδη θόρυβο εξέπεμψε παρά ουσιαστική σύγκρουση με την επιλογή αυτή, το δε τμήμα της Αριστεράς που την αντιστρατεύθηκε, το ΚΚΕ, ήταν και παρέμεινε πολιτικά και ιδεολογικά ασήμαντο μέγεθος για να την επηρεάσει.
Ο πολιτειακός βίος εξελίχθηκε στους δύο αυτούς άξονες:
– δημοκρατία, ελευθερίες, λαός, όλο και περισσότερη δημοκρατία, όλο και περισσότερες ελευθερίες
– Ευρώπη, όλο και περισσότερη Ευρώπη, και, κυρίως μέσω αυτής, ένταξη στην διεθνή, παγκοσμιοποιούμενη ολοκλήρωση.
Η εξέλιξη
Η εξέλιξη της λειτουργίας του πολιτεύματος με θεμέλιο τους δύο αυτούς άξονες όμως, φαίνεται ότι, παραφράζοντας Καβάφη, ανεπαισθήτως, χωρίς να ακούσουμε ποτέ κρότον κτιστών ή ήχον, μας έκλεισε από τον κόσμον έξω, και τώρα καθόμαστε και απελπιζόμαστε, διότι είχαμε να κάνουμε πολλά πράγματα έξω, αλλά δεν μπορούμε πια.
Ø        Το στοιχείο ‘δημοκρατία’ εξαπέλυσε δυνάμεις ‘λαολαγνείας’: ο,τιδήποτε θώπευε λαϊκά ώτα (ή και άλλα μέλη του λαϊκού σώματος) ήταν ‘δημοκρατικό’ και ως δημοκρατικό αξιοσέβαστο ιδεολογικά και συνταγματικά κατοχυρωμένο νομικά.
Ø        Η έννοια ‘δημόσιο συμφέρον’ εκφυλλίσθηκε. Την υπονόμευσαν αποτελεσματικά επί τρείς και πλέον δεκαετίες τόσο φιλελεύθερα ρεύματα –στα οποία εντάσσω τους ‘κλασικούς’ φιλελεύθερους όσο και τους προερχόμενους από την Αριστερά, πρωταγωνιστές μιας cult των ιδιωτικών ελευθεριών (ίσως πάνω στο βαρύ κενό που τους άφισε το όραμα της νεότητάς τους)– όσο και λαϊκιστικά ρεύματα, εμφανίζοντας τα επί μέρους συμφέροντα κάθε επί μέρους κοινωνικής ομάδας ως συμφέρον του λαού γενικώς. Η πρόσφατη λαϊκιστική υποστήριξη κατηγοριών επαγγελμάτων που κοινωνικά, πολιτικά και πολιτισμικά μάλλον εγγύτερα βρίσκονται στους μαυραγορίτες παρά στον εργαζόμενο λαό είναι χαρακτηριστική.
Ø        Σχηματικά, και με τις αναγκαίες επιφυλάξεις, από την δημοκρατία επικράτησε τελικά κυρίως το διαδικαστικό στοιχείο: η (μετρήσιμη με σφυγμομετρήσεις) διαπίστωση των επιθυμιών των ψηφοφόρων προηγείτο και ακολουθούσε, ως αυτονόητη, η προσπάθεια προσαρμογής της πολιτικής προς αυτές, με τις κατάλληλες επιλογές προσώπων, συνθημάτων και συναισθημάτων. Δεν συνέβη το αντίθετο, δηλαδή η ανάδειξη πολιτικών στόχων και προσπάθεια να συγκροτηθεί, μέσα και από διάλογο και συγκρούσεις, μια δημοκρατική πλειοψηφική κοινωνική και πολιτική υποστήριξή τους.
Ø        Η απόληξη αυτού του σχήματος, σε συνάφεια με την λατρεία της ελευθερίας του ‘εγώ’ ως necplusultraκαι φιλοσοφικού θεμέλιου της πολιτείας και γενικώς του κόσμου τούτου οδήγησε, μοιραία και γρήγορα στην αποπολιτικοποίηση της πολιτικής. Μια εκφυλιστική απίσχνανση των διαφορών ανάμεσα στα περισσότερα κόμματα αναπτύχθηκε, όπως και η ανάδειξη των ζητημάτων ύφους σε ζητήματα ουσίας και η απομάκρυνση ικανών ανθρώπων από την πολιτική. Συνακόλουθη ήταν η ανάδειξη σε σχεδόν αποκλειστικό υποκείμενο της πολιτικής της τηλεοπτικής περσόνας –δημοσιογράφου, συνήθως επιστημονικά σοβαροπρεπούς ή δυναμικά φωνασκούντος, πάντοτε, όμως, υποθέτω, αδρότατα και πολυποίκιλα αμοιβόμενου, ή του τυχερού βουλευτή ή Υπουργού που βρήκε τους τρόπους να ανήκει στην χορεία των ίδιων πάντοτε καμιά τριανταριά πολιτικών που πρωταγωνιστούν τηλεοπτικά. Ουσιώδη λόγο στον δημόσιο χώρο που συγκροτεί την πολιτική απέκτησαν η ωραιοπρέπεια μιας καλλιτέχνιδος υποψηφίου, η αθλητική φήμη και παράστημα ενός άλλου, η επιστημοσύνη (αληθινή ή κάλπικη, αδιάφορο) ενός τρίτου, οι πολιτικά κωμικές αλλά προσωπικά τραγικές τηλεοπτικές τσιρίδες μιας τέταρτης κλπ.
Ø        Το στοιχείο ‘συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Κοινότητα’ (και, μέσω αυτής, στους θεσμούς και στα clubsτων πλέον ανεπτυγμένων κρατών στον κόσμο) έφερε πακτωλό χρημάτων. Δεν έφερε όμως σύγκλιση κρισίμων νοοτροπιών, και κυρίως σύγκλιση με την νοοτροπία που θέλει να παράγεις αυτά που ξοδεύεις. Σε στρατηγικό βάθος, η απορρόφηση των κοινοτικών χρημάτων προσλήφθηκε κατά μεγάλο κανόνα ως αποτέλεσμα της καπατσοσύνης του Έλληνος και όχι ως προϊόν συμμετοχής σε μία παραγωγική κοινότητα οικουμενικών διαστάσεων. Ο πακτωλός των χρημάτων, κυρίως από τις επιδοτήσεις των αγροτικών προϊόντων και τα κόλπα με τις τιμές τους και από τα κοινοτικά πλαίσια στήριξης, θεμελίωσε και ανέδειξε το ιδανικό ενός καταναλωτή που ζει και υπάρχει για να καταναλώνει όλο και διαρκώς περισσότερο. Όμως καταναλωτή αγαθών που η χώρα εισήγαγε, αλλά δεν παρήγαγε. Και από ένα σημείο και πέρα ήταν αναγκασμένη να δανείζεται για να συνεχίσει να εισάγει.
Το πολιτικό σύστημα εξέφρασε και εκφράσθηκε από την ιδεολογία της λαϊκής απαίτησης για διαρκώς μεγαλύτερη κατανάλωση. Η μορφή αυτή εμφανίσθηκε με την μορφή του αυτονοήτου αιτήματος για ‘βελτίωση των συνθηκών ζωής του πολίτη’. Η προβολή της παρασιτικής ευμάρειας, όχι χωρίς και στιγμές μεγαλομανίας, όπως ορισμένες πτυχές της οργάνωσης των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, έγινε αυτονόητος στόχος και ιδανικό. Το ‘αυτονόητο’ αυτό ανεπαισθήτως, αλλά με χαλύβδινη αποτελεσματικότητα, εξοβέλισε οποιαδήποτε άλλη μορφή νομιμοποίησης πολιτικού στόχου ή αιτήματος. Όμως το αίτημα για συνεχή βελτίωση των συνθηκών ζωής του πολίτη, με την επικουρία της φιλοσοφικά επενδεδυμένης υποταγής σε κάθε είδους ατομικό ή συλλογικό ‘εγώ’, δεν συνοδεύτηκε από πραγματική συναίσθηση ότι η διευρυνόμενη και τελικώς στρατηγικά εγκαθιδρυμένη ιδεολογία των ‘λαϊκών κατακτήσεων’ χωρίς αυτή να συνοδεύεται από αντίστοιχα ‘λαϊκά επιτεύγματα’ (οι διατυπώσεις ‘λαϊκές κατακτήσεις’ και ‘λαϊκά επιτεύγματα’ προέρχονται από το πολιτικό λεξιλόγιο της Σοβιετικής Ένωσης) αργά ή γρήγορα οδηγεί στο κενό. Ο παρασιτισμός των παροχών με αντίκρισμα στρατηγικά δυσανάλογο προς την δημιουργία και την παραγωγή απέληξε πρακτικά σε μία ιδεολογία εκποίησης της χώρας στους δανειστές της. Η εκποίηση αυτή μεταβάλλεται σε δημοκρατικό αίτημα, αρκεί, κατά φράση του πιο επίκαιρου παρά ποτέ Παναγιώτη Κονδύλη «ο ‘λαός’ να ζητά την εκποίηση αυτή’» [Παναγιώτης Κονδύλης, Η παρακμή του Αστικού Πολιτισμού. Από τη μοντέρνα στη μεταμοντέρνα εποχή και από τον φιλελευθερισμό στη μαζική δημοκρατία. Αθήνα, 1991, σελ. 44]. Επ’ αυτού μία παρατήρηση: η απόδοση της αιτίας του κακού αποκλειστικά στο μεγάλο μέγεθος και την κακή ποιότητα και λειτουργία του κράτους, όταν δεν είναι απλώς λάθος, είναι μία ιδιοτελής συσκότιση του προβλήματος. Το μέγεθος και η κακή και φαύλη λειτουργία του κράτους μάλλον αποτέλεσμα είναι, και λιγότερο αίτιο.
Έτσι λοιπόν, εκεί κάπου στον δρόμο, το δημοκρατικό αίτημα εκφυλλίσθηκε σε λαϊκισμό και η ευρωπαϊκή πορεία και συμμετοχή σε μπαταχτσίδικη ευμάρεια. Ξανά με διατύπωση του Κονδύλη, «η συγκεκριμένη λειτουργία του ελληνικού πολιτικού συστήματος (…) κατάντησε να αποτελέσει το βασικό εμπόδιο στην εθνική και οικονομική ανάπτυξη –κάτι παραπάνω μάλιστα: έγινε αγωγός εκποίησης της χώρας με αντάλλαγμα την δική της, δηλαδή τη δυνατότητά της να προβαίνει σε υλικές παροχές παίρνοντας παροχές ψήφου» [Κονδύλης, όπ. π., σελ. 43].
Ασφαλώς δεν συμπράξαμε όλοι στον ίδιο βαθμό στην εικόνα αυτή, ούτε όλοι είχαμε τα ίδια οφέλη, ούτε λείπουν από αυτήν αποχρώσεις, περισσότερο ή λιγότερο ουσιώδεις ή και αξιοπρόσεκτα κομμάτια της, που μερικώς φαίνεται να την αναιρούν. Όμως την τελική μορφή της εικόνας και τα σκοτεινά της χρώματα δεν τα αποδίδουν οι αναλύσεις, παρατηρήσεις κ.λπ. οποιουδήποτε –ήρθε και την έδωσε το Μνημόνιο. Κανείς μας δεν είναι έξω από την εικόνα αυτήν, κανείς.
Τα νέα διακυβεύματα
Αυτά εμείς. Μόνο που τώρα πια, ξανά κατά Καβάφη, στη Ρώμη δόθηκε ο χρησμός, έγιν΄ εκεί η μοιρασιά. Σε μας έλαχε το Μνημόνιο.
Αναλογίζομαι το 1975 και τις ελπίδες που τότε εναποτέθηκαν στην δημοκρατική και ανοιχτή στον έξω κόσμο συνταγματική οργάνωση της πολιτείας μας. Τότε το συνταγματικό διακύβευμα ήταν αρκετά σαφές και συνιστούσε ταυτόχρονα και ιδεολογία και πολιτική και νομική-συνταγματική κατασκευή: η λέξη ‘δημοκρατία’ (όπως και η λέξη ‘Ευρώπη’) είναι λέξη ταυτόχρονα ιδεολογίας, πολιτικής και νομικής-συνταγματικής κατασκευής.
Προσπαθώ να συλλάβω τα συνταγματικά διακυβεύματα σήμερα, μετά την ολοκληρωτική εξάντληση και της δύναμης και της δυναμικής του πολιτικού συστήματος του 1975, και δυσκολεύομαι. Στα μείζονα του 1975 έδειχνε να απαντά αυτό που με την τότε γλώσσα αποκαλούσαμε ‘στερέωση και διεύρυνση της δημοκρατίας’ και η ‘ευρωπαϊκή πορεία του τόπου’ –και για τα δύο το Σύνταγμα είχε να πει πολλά, και τα είπε.
Σήμερα; Αντίθετα με το 1965-1967 όπου η κρίση προέκυψε (και) επειδή δεν λειτούργησαν απρόσκοπτα οι συνταγματικοί θεσμοί, μετά το 1975 η κρίση προέκυψε παρά το ότι λειτούργησαν απρόσκοπτα. Μετά το 1975 δεν απέτρεψαν οι συνταγματικοί θεσμοί και η λειτουργία τους την γνωστή κατάληξη, ούτε και την επέβαλαν: άλλωστε δεν μπορείς να νομοθετήσεις την ευθυκρισία, ούτε την ακεραιότητα. Θεμελιακά ρεύματα και στοιχειακές δυνάμεις θα ακολουθήσουν τον δικό τους δρόμο, και τα ρεύματα και οι δυνάμεις που απελευθερώθηκαν το 1974 αυτό έκαναν.
Το 1975 είχα πολλά να πω για το Σύνταγμα, και νομίζω ότι πολλά από τα τότε ζητούμενα πράγματι θα τα απαντούσε και εν πολλοίς τα απάντησε μια λυσιτελής συνταγματική κατασκευή. Τι μπορούμε να περιμένουμε σήμερα από την συνταγματική μας κατασκευή, αυτήν ή μια άλλη που θα φτιάξουμε; Φοβούμαι όχι πολλά.
Ασφαλώς το Σύνταγμα και η κρατική και εθνική κυριαρχία παραμένει, θα προσέθετα μάλιστα ότι μάλλον θα τονίζεται και θα εμφανίζεται να ενισχύεται επειδή συνεπάγεται την ανάληψη της ευθύνης. Την πραγματική εξουσία λήψης αποφάσεων όλοι την θέλουν και την διεκδικούν, την ευθύνη όμως κανείς. Η συνταγματική εθνική κυριαρχία σημαίνει πρακτικά ότι η πολιτική και τελικά η συνολική ευθύνη ανήκει σε εμάς και καμιάς τρόϊκας η παρουσία δεν την απομακρύνει.
Με δεδομένη την κανονιστική δύναμη του πραγματικού και το ότι το Σύνταγμά μας είναι ιδιαίτερα δεκτικό στην διεθνή ενσωμάτωση της χώρας μας, τα περισσότερα από τα νέα διακυβεύματα δεν απαιτούν συνταγματικές ρυθμίσεις, τουλάχιστον όχι μείζονες. Η νομοθεσία για πολλά κρίσιμα είναι αρκετή, κάποτε μάλιστα η έμφαση σε νομοθετικά μέτρα για αγαθούς σκοπούς –π.χ. νομοθετικά μέτρα διαφάνειας– μάλλον υπογραμμίζουν την αδυναμία να αντιμετωπισθεί το πρόβλημα παρά το αντιμετωπίζουν. Άλλα αντικείμενα, όπως ρυθμίσεις που να λαμβάνουν υπόψη τις νέες κοινωνικές καταστάσεις και τις νέες μορφές ιδιωτικών και δημοσίων χώρων που δημιουργεί η ηλεκτρονική τεχνολογία αιχμής ή η βιοτεχνολογία δεν απαιτούν αναγκαστικά συνταγματικές μεταβολές. Οι μεταρρυθμίσεις στη λειτουργία του κράτους και των κρατικών φορέων που επιβάλλει το Μνημόνιο δεν βρίσκουν συνταγματικά εμπόδια. Σε κάθε περίπτωση, αν επιχειρηθεί να αποκτήσει συνταγματική περιωπή το πλέγμα των μεταρρυθμίσεων που ήδη, κυρίως λόγω Μνημονίου, επιχειρούνται, αυτό μάλλον θα γίνει με μία αναθεώρηση τύπου 1911, όταν αναθεωρήθηκαν προσαρμοζόμενες στις νέες συνθήκες αρκετές επί μέρους συνταγματικές διατάξεις, δεν ανατράπηκαν όμως ούτε οι βασικοί συνταγματικοί θεσμοί, ούτε η μεταξύ τους βασική πολιτική ισορροπία.
Αρκετές πάντως από τις ριζικά νέες κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές και τελικώς πολιτικές συνθήκες και καταστάσεις δεν έχουν γίνει κοινό κτήμα στο πραγματικό τους μέγεθος και δεν φαίνεται να απασχολούν στο βαθμό που δεν περιλαμβάνονται στο Μνημόνιο. Οι μετανάστες είναι ένα παράδειγμα: η πρόσφατη επίδειξη δύναμης των μουσουλμάνων στο κέντρο μιας Αθήνας υποκριτικής και μισαλλόδοξης, έδειξε την εθνικά επικίνδυνη, δημοκρατικά επαίσχυντη και πολιτικά καταστροφική ιδιοτελή ηλιθιότητα της ανίερης σύμπραξης δυνάμεων που εξέπεμπε η εκκλησιαστική ιεραρχία και τμήματος της πολιτικής τάξης.
Στην αρχή της ομιλίας μου αναφέρθηκα στα παραδείγματα του 1875 και του 1909. Και στα δύο την πολιτειακή στροφή πραγματοποίησε μία νέα πολιτική τάξη. Σήμερα, ακριβέστερα: μέχρι και σήμερα, φαίνεται ότι την κρίση προσπαθούν να αντιμετωπίσει το σύστημα πολιτικής που είναι τμήμα της, το σύστημα πολιτικής με τον οποίο θρέψαμε την κρίση και τραφήκαμε από αυτήν. Έχω μάλιστα μερικές φορές την υποψία ότι, προερχόμενες από πρωταγωνιστές της περιόδου που χρεοκόπησε, οι εκκλήσεις για ενότητα του λαού ώστε να ξεπεράσουμε την κατάσταση ηχούν στα αυτιά μου ως προσπάθεια του ξεπερασμένου κόσμου να σωθεί συλλήβδην. Ο Τρικούπης αντιμετώπισε ενωμένα τα μέχρι τότε αντίπαλα κόμματα του κομματικού συστήματος του 1875, ο Βενιζέλος ενωμένα τα μέχρι τότε αλληλοσυγκρουόμενα κόμματα του τότε δικομματισμού. Εδώ, μπορεί να είναι και νωρίς, όμως, τι περίεργη αίσθηση, κοιτάζοντας γύρω μου αισθάνομαι ότι περιφέρομαι ανάμεσα σε μορφές και φωνές ενός κόσμου που πέρασε χωρίς να το ξέρει, αλλά δεν βλέπω ούτε μορφές ούτε φωνές ενός κόσμου που να έρχεται –τουλάχιστον όχι ακόμη. Ή μήπως υπάρχουν και δεν τις βλέπω;
ΠΗΓΗ:constitutionalism.gr

 

Advertisements